Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Tο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.Σύντομη ιστορική αναδρομή.



blog counter


Τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων, εἷς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων θεματοφυλάκων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὴν Ἀνατολήν, διατηρεῖ ἀμείωτον τὸ διεθνὲς ἐνδιαφέρον ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς συστάσεώς του ἕως σήμερον. Ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ ἱστορία του διέπεται ἀπὸ τοὺς συνεχεῖς ἀγῶνας τῆς Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητος διὰ τὴν διαφύλαξιν καὶ διάσωσιν τῶν ἱερῶν προσκυνημάτων. Ὁ ἀγὼν αὐτὸς ἀντανακλᾷ τὰς ἠρωϊκὰς προσπαθείας τῶν φυλάκων - μοναχῶν διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητος καὶ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως τοῦ Πατριαρχείου. Αὐτὸ συμβαίνει, διότι τὰ ἱερὰ προσκυνήματα, μὲ πρῶτον τὸν Πανάγιον Τάφον, ὑπῆρξαν πεδίον ἀτερμόνου διαμάχης ἀναμέσον τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καὶ τῶν κατὰ καιροὺς ἀλλοδόξων κατακτητῶν, ἀλλὰ καὶ ἀναμέσον τῶν Χριστιανῶν ἄλλων Ὁμολογιῶν.
        Ἡ πρώτη χριστιανικὴ Ἐκκλησία ἱδρύθη τὸ 33 μ.Χ. εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀμέσως μετὰ τὴν Ἀνάστασιν καὶ τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ. Συμφώνως πρὸς τὸ κείμενον τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, “ὁ Κύριος παρέστη ἐαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν εἰς τοὺς μαθητάς του, ὀπτανόμενος αὐτοῖς διὰ σαράντα ἡμέρας”, ἐνισχύων τὴν πίστιν τους καὶ διδάσκων τους περὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ συγχρόνως “παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ νὰ περιμένουν τὴν κάθοδον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος” (Πράξ. α', 3-4). Οἱ μαθηταὶ ἐτήρησαν τὸ παράγγελμα τοῦ Χριστοῦ παραμένοντες καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψὶν Του εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, “προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν” (Πράξ. α', 12-14) “εἰς τὸ ὑπερῷον τοῦ οἴκου Σιών, ἔχοντες ἤδη ἐκλέξει τὸν Ματθία ὡς τὸν δωδέκατον τῶν ἀποστόλων” (Πράξ. α', 15-26). Μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἡ ἐπιφοίτησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀκροατὰς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου προσῆλθον εἰς τὸν Χριστιανισμόν, ἡ πίστις εἰς τὸν Χριστὸν ἑδραιώθη καὶ οἱ νεοκατηχηθέντες μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους ἀπετέλεσαν τὴν Πρώτην Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύμων.
        Ἡ Ἐκκλησία αὐτή, παρὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν ἀποστόλων καὶ τὰς ἐσωτερικὰς ἀντιθέσεις ἀναμέσον τῶν Ἑλληνιστῶν καὶ τῶν ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανῶν, σταδιακῶς διευρύνθη καὶ εἰς σύντομον χρονικὸν διάστημα ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς ὡς ἡ Μήτηρ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν. Αἱ θεμελιώδεις ἀρχαὶ τῆς νεοσυστάτου Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων ἐτέθησαν ἀπὸ τοὺς ἰδὶους τοὺς μαθητὰς τοῦ Κυρίου, καθηγιάσθησαν μὲ τὸ αἷμα πλήθους ἐπωνύμων καὶ ἀνωνύμων μαρτύρων καὶ διεφυλάχθησαν ἀπὸ τὸ Ἑλληνορθόδοξον Πατριαρχεῖον ὡς ἱερὰ παρακαταθήκη ἕως τὰς ἡμέρας μας. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ ἀρχαιότερον καὶ μοναδικὸν Ἀποστολικὸν Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον μὲ ἕδραν τὴν ἁγίαν πόλιν τῶν Ἱεροσολύμων, ἀντιπροσωπεύει τὴν συνεχῆ καὶ ἀδιάκοπον ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας ὡς φυσικὴν συνέχειαν τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν ἵδρυσεν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
        Πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων ἐξελέγη ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος (+62), ὁ ὁποῖος ἐπωμίσθη τὴν ποιμαντικὴν μέριμναν ὁλοκλήρου τῆς χριστιανικῆς κοινότητος. Ὁ ἴδιος μάλιστα ἠγωνίσθη προσωπικῶς διὰ τὴν ἐσωτερικὴν διοργάνωσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀνεδείχθη χειραγωγὸς τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς διαδόσεως καὶ ἐπικρατήσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ.
        Εἰδικότερον, καθώρισε τὴν ἐκκλησιαστικὴν εὐταξίαν, ἐμερίμνησε διὰ τὴν θείαν λατρείαν καὶ συνέταξε, συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσιν, τὸ κείμενον τῆς πρώτης Θείας Λειτουργίας, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ παρέλαβον αἱ ἄλλαι ὁμογάλακται Ἐκκλησίαι. Τέλος, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς σχέσεως τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὸ Εὐαγγέλιον, δηλαδὴ εἰς τὰς ἔριδας μεταξὺ τῶν ἐξ Ἰουδαίων καὶ τῶν ἐξ Ἐθνικῶν χριστιανῶν, ἔδωσεν τὴν λύσιν ὡς πρόεδρος τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου καὶ ἀνεδείχθη κορυφὴ ἐν κεφαλαῖς, Ἀποστόλων ἔξαρχος, τῶν ἱερέων ἡγεμών. Διὰ τὴν μεγάλην του προσφορὰν εἰς τὴν διάδοσιν καὶ ἐπικράτησιν τῆς νέας θρησκείας οἱ Σαδδουκαῖοι μαζὶ μὲ τοὺς Γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους τὸν κατεδίκασαν εἰς μαρτυρικὸν θάνατον μὲ λιθοβολισμόν.
        Ἀπὸ τὴν ἐποχὴν αὐτήν, ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ ἀποκτᾷ παγκόσμιον χαρακτῆρα, ἀφοῦ τότε ἔλαβεν χώραν ὁ διαχωρισμὸς τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ἀπὸ τὸν Χριστιανισμὸν καὶ τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου ἀπὸ τὸν εὐαγγελικὸν Λόγον. Εἰς τὴν ἐξέλιξιν αὐτὴν σημαντικὸν ρόλον διεδραμάτισεν καὶ ἡ καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ τὸ 70 ἀπὸ τὸν Ρωμαῖον στρατηγὸν Τίτον, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ δραματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠκολούθησαν μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ ἰουδαϊκοῦ ναοῦ.
        Εἶναι αὐτονόητον ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τῶν καταστρεπτικῶν ταραχῶν καὶ τῶν ρωμαϊκῶν θηριωδιῶν ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων διήρχετο ἡμέρας θλίψεως καὶ ἀγωνίας. Ὡς ἐκ τούτου, πρὶν ἀπὸ τὴν καταστροφὴν τῆς ἁγίας Πόλεως, οἱ Χριστιανοί, ἔχοντες ὑπόψιν τὴν ἐντολὴν τοῦ διδασκάλου Χριστοῦ (Λουκ. κα', 20), ἐγκατέλειψαν τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατέφυγον, κατὰ θείαν χειραγωγίαν, εἰς τὴν Πέλλαν τῆς Δεκαπόλεως, ἡ ὁποία ἦτο ἐκτισμένη εἰς τὴν ἀνατολικὴν ὄχθην τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ. Ἡ πόλις αὐτὴ ἔφερε τὴν ὀνομασίαν τῆς ἀρχαίας πρωτευούσης τῆς Μακεδονίας καὶ κατῳκεῖτο ἀπὸ Ἕλληνας, κοντὰ εἰς τοὺς ὁποίους οἱ διωκόμενοι Χριστιανοὶ ἀναζήτησαν καὶ εὗρον καταφύγιον καὶ προστασίαν. Φαίνεται ὅτι οἱ Χριστιανοὶ πρόλαβαν καὶ ἔφυγαν πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξιν τῆς πολιορκίας τῆς Ἱερουσαλήμ, διότι ὁ μαινόμενος ὄχλος τῶν ἐπαναστατῶν ἐφόνευε ὁποιονδήποτε ἤθελε νὰ σωθῇ μὲ τὴν φυγήν. Μετὰ τὸν μαρτυρικὸν θάνατον τοῦ Ἰακώβου καὶ ἐντὸς τοῦ κλίματος τῶν ταραχῶν αὐτῶν, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἐξέλεξε ὡς Ἐπίσκοπόν της τὸν ἀκουστὴν τοῦ Κυρίου καὶ μετέπειτα μάρτυρα Συμεὼν τοῦ Κλωπᾶ ἢ Σίμωνα (70-107). Ἡ ἕδρα ὅμως τῆς Ἐπισκοπῆς εὑρίσκετο ἤδη μακριὰ ἀπὸ τὴν ἁγίαν Πόλιν. Ἔτσι, μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ ναοῦ της, ἡ πρωτοπορία διὰ μεγάλον χρονικὸν διάστημα δὲν ἀνῆκε πλέον εἰς τὴν ἰουδαϊκὴν πρωτεύουσαν ἀλλὰ εἰς ἄλλα νεοπαγῆ χριστιανικὰ κέντρα.
        Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία συνέχιζε νὰ εἶναι ἐξόριστος καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐρημωθεῖσαν πρωτεύουσαν, ἐνῷ ἐδιώκετο τόσο ὑπὸ τῶν Ρωμαίων, ὅσο καὶ ὑπὸ τῶν ἀδιαλλάκτων Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι ἐδίχαζαν τὴν Ἐκκλησίαν ἐσωτερικῶς. Καὶ αὐτὸ συνέβαινε, διότι οἱ προερχόμενοι ἀπὸ αὐτοὺς χριστιανοί, μετὰ τὴν Ἀποστολικὴν Σύνοδον καὶ τὰ γεγονότα τά ὁποῖα ἠκολούθησαν, ἐπέμεναν εἰς τὴν τήρησιν τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου. Ὅμως, κατὰ εὐτυχῆ συγκυρίαν, ἡ ἀποκάθαρσις ἀπὸ τὰ ἀκραῖα ἰουδαϊκὰ στοιχεῖα εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἡ πρώτη Ἐκκλησία νὰ ἀπαρτίζεται ἀπὸ Ἕλληνας ἢ τουλάχιστον ἀπὸ τοὺς ἑλληνιστὰς κατοίκους τῆς Παλαιστίνης, προσλαμβάνουσα ἔτσι ἑλληνικὴν ὀντότητα.
        Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὰς σῳζομένας ἰστορικὰς μαρτυρίας, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ρωμαϊκῶν στρατευμάτων, οἱ χριστιανοὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἄλλοτε ἔνδοξον πόλιν τοῦ Δαυΐδ καὶ κατῴκησαν εἰς τὰ ἐρείπιά της. Ὡς κοινότης ἐπεδίωξαν καὶ ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν μικρὴν ἐκείνην συνοικίαν ἐπὶ τοῦ λόφου Σιών, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἅλωσιν εἶχε διαφύγει τὴν γενικὴν καταστροφὴν καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε μικρὴ ἐκκλησία, ἡ ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐκκλησία αὐτὴ κατέστη τὸ θρησκευτικὸν κέντρον τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπάνοδόν τους ἀπὸ τὴν ἑλληνιστικὴν Πέλλαν, ἀναδιοργάνωσαν τὴν χριστιανικὴν κοινότητα εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Εἰς τὸ μεταξὺ ὁ Συμεών, ὁ ὁποῖος διετέλεσε Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ἐπὶ Τραϊανοῦ (98-117), κατηγορήθη διὰ τὸν ἀποστολικόν του ζῆλον ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Ἰουδαίους εἰς τὸν ὕπατον Ἀττικόν, ὁ ὁποῖος τὸν συνέλαβε καί, μετὰ ἀπὸ σκληρὰ βασανιστήρια, τὸν κατεδίκασε εἰς σταυρικὸν θάνατον. Ἔτσι ὁ ἅγιος αὐτὸς Ἐπίσκοπος εἰς ἡλικίαν 120 ἐτῶν ἐπισφράγισε μὲ τὸ μαρτυρικόν του αἷμα τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ προδιέγραψε τὴν ἐν τῷ ἑξῆς χρόνῳ μαρτυρικὴν αὐτῆς πορείαν.
        Οἱ μετὰ τὸν Συμεὼν Ἐπίσκοποι, εἴτε ἐξ αἰτίας τῶν διωγμῶν εἴτε διὰ ἄλλους λόγους, δὲν ἐδιοίκησαν τὴν Ἐκκλησίαν διὰ μέγα χρονικὸν διάστημα. Συμφώνως πρὸς τὰς μαρτυρίας τοῦ ἱστορικοῦ Εὐσεβίου καὶ μὲ βάσιν ἄλλας εἰδήσεις, τὸν ἅγιον Συμεὼν διεδέχθη ὁ Ἰοῦστος Α' (107-111). Ἔκτοτε καὶ μέχρι τὸ 134 εἰς τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον τῆς Ἐκκλησίας ἀνῆλθον δώδεκα ἀκόμη Ἐπίσκοποι, οἱ Ζακχαῖος, Τωβίας, Βενιαμὶν Α', Ἰωάννης Α', Ματθίας Α', Φίλιππος, Σενέκας, Ἰοῦστος Β', Λευΐς, Ἐφραίμ, Ἰωσὴφ Α' καὶ Ἰούδας, οἱ ὁποῖοι ὅλοι τους ἐπισκόπευσαν εἰς τὴν Πέλλαν καὶ διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχουν ἰδιαίτεραι πληροφορίαι. Κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ἐταράσσετο ἐξωτερικῶς ἀπὸ τοὺς ἰουδαΐζοντας Χριστιανούς. Ἐναντίον αὐτῶν ἔγραψεν ἀργότερον «Ἀπολογία ὑπὲρ τῆς ὀρθῆς πίστεως» ὁ Ἀρίστων ὁ Πελλαῖος (135-175), ὁ μετὰ τοὺς ἀποστόλους καὶ τὸν ἅγιον Ἰάκωβον πρῶτος Ἕλλην συγγραφεὺς τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ πρῶτος ἀπολογητὴς τοῦ Χριστιανισμοῦ κατὰ τῶν Ἰουδαίων. Τὰ γεγονότα αὐτὰ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων νὰ ἀπαρτιστῇ ἀπὸ Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι συνέρρευσαν ἀπὸ τὴν Πέλλαν καὶ ἄλλα μέρη τῆς Παλαιστίνης. Οἱ χριστιανοὶ μάλιστα, διὰ νὰ ἐξαλείψουν κάθε ἰουδαϊκὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐνοχλοῦσε καὶ τὴν ρωμαϊκὴν ἐξουσίαν, ἐξέλεγον ἔκτοτε Ἐπισκόπους ἀπὸ Ἐθνικούς, κυρίως Ἕλληνας.
        Παρὰ τὰ θλιβερὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα μεσολάβησαν μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τὰ ρωμαϊκὰ στρατεύματα, οἱ Ἅγιοι Τόποι δὲν ἐλησμονήθησαν ὑπὸ τῶν Χριστιανῶν. Ἀντιθέτως, παρέμειναν ζωντανοὶ εἰς τὴν μνήμην τους, τοὺς ἐπεσκέπτοντο καὶ τοὺς περιέβαλλον μὲ σεβασμὸν καὶ ἀγάπην μέχρι τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἀδριανοῦ (117-138). Μετὰ τὴν καταστολὴν τῆς γνωστῆς ἐπαναστάσεως τῶν Ἰουδαίων μὲ ἀρχηγὸν τὸν Μπὰρ Κόχμπα τὸ 135 καὶ τὴν ἀνάκτησιν τῆς Ἱερουσαλήμ, ὁ Ἀδριανὸς μὲ διάταγμα καὶ μὲ ποινὴν θανάτου ἀπηγόρευσε εἰς τοὺς Ἰουδαίους νὰ προσεγγίζουν τὴν ἁγίαν Πόλιν. Ἐπάνω εἰς τὰ ἐρείπιά της ἵδρυσε νέαν πόλιν, τὴν Αἰλίαν Καπιτωλίναν (Aelia Capitolina). Διὰ νὰ ἐμποδίσῃ μάλιστα τὴν μετάβασιν τῶν Χριστιανῶν εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους, διέταξε νὰ τοὺς ἐπιχωματώσουν καὶ νὰ στήσουν εἰς τὸν Πανάγιον Τάφον ἄγαλμα τοῦ Διὸς καὶ εἰς τὸν Γολγοθᾶν ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης. Ἔτσι, τὰ ἅγια προσκυνήματα διέφυγον τῆς καταστροφῆς καὶ διετηρήθησαν εἰς τὴν ἀρχικήν τους μορφήν. Ἡ Ἱερουσαλὴμ μὲ τὴν νέαν της μορφὴν ὄχι μόνο δὲν διέφερε ἀπὸ τὰς ἄλλας ρωμαϊκὰς ἀποικίας, ἀλλὰ καὶ ἐνεφανίζετο ὑποδεεστέρα αὐτῶν. Μὲ τὸν καιρὸν μάλιστα ἔχασε τὴν παλαιάν της αἴγλην καὶ περιῆλθε εἰς ἀφάνειαν, ἐνῷ σταδιακῶς ἤρχιζε ἡ ἀκμὴ καὶ ἡ ὑπεροχὴ τῆς Καισαρείας.
        Αὐτὴν τὴν ἐποχὴν πιθανότατα ἐπανῆλθον εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ οἱ τελευταῖοι ἑλληνικῆς καταγωγῆς Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταφύγει εἰς τὴν Πέλλαν πρὶν ἀπὸ τὴν καταστροφὴν τῆς πόλεως. Αὐτοὶ ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν Αἰλίαν καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους χριστιανοὺς ἀπετέλεσαν συγκροτημένην χριστιανικὴν κοινότητα. Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων νὰ ἀπαρτίζεται ἐκ τῶν ἐν Πέλλῃ καὶ ἀλλαχοῦ Ἑλλήνων, καὶ δὴ τῆς αὐτόθι Ἐκκλησίας ἐξ ἐθνῶν συγκροτηθείσης. Κατὰ τὴν ταραγμένην μάλιστα περίοδον τοῦ Ἀδριανοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶλλον διέκειτο εὐμενῶς πρὸς τοὺς Χριστιανούς, τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον κατεῖχε ὁ Μᾶρκος (134), ὁ πρῶτος Ἕλλην Ἐπίσκοπος Αἰλίας. Ἡ εὔνοια αὐτὴ τοῦ αὐτοκράτορος διὰ τοὺς Ἕλληνας Χριστιανοὺς τῆς Αἰλίας συνέπεσε μὲ τὴν ἐκ μέρους του ἀποδοχὴν τῶν ἀπολογιῶν ὑπὲρ τοῦ χριστιανισμοῦ τοῦ Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν Κοδράτου καὶ τοῦ Ἀθηναίου φιλοσόφου Ἀριστείδου.
        Μετὰ τὴν καταστροφήν της ἀπὸ τὰ στρατεύματα τῶν Ρωμαίων, ἡ Ἱερουσαλὴμ ὑπεβιβάσθη εἰς μικρὰν καὶ ἀσήμαντον πολίχνην, ἐκτισμένην ἐπάνω εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος, καὶ ἡ Ἐπισκοπή της ἐστερήθη πλέον τὰ πρωτεῖα καὶ τὴν παλαιάν της αἴγλην. Παρ' ὅλα αὐτὰ ὁ Χριστιανισμός, ἤδη κατὰ τὸ διάστημα τῆς μετοικεσίας τῶν Ἱεροσολυμιτῶν, εἶχε διαδοθεῖ εἰς ὁλόκληρον τὴν Παλαιστίνην, ἐνῷ πολυπληθεῖς χριστιανικαὶ κοινότητες καὶ σπουδαῖαι Ἐπισκοπαί εἶχον δημιουργηθεῖ εἰς διάφορα ἑλληνικὰ ἀστικὰ κέντρα – Καισάρεια τῆς Μεσογείου, Πτολεμαΐς, Ἰόππη, Γάζα, Βηθλεέμ, Καισάρεια Φιλίππου, Σκυθόπολη, Νεάπολη, Πέλλα, Γέρασα, Βόστρα, Πέτρα – καὶ ἀλλοῦ. Σταδιακῶς ὁ μὲν Ἰουδαϊσμὸς περιωρίσθη σημαντικῶς, ὁ δὲ Χριστιανισμὸς ἐπεκράτησε καὶ ἐξηπλώθη μὲ ταχύτητα. Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἑδραίωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς ὁλόκληρον τὴν Παλαιστίνην, ὥστε, μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐναπελείφθησαν οἱ ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου ἀποικισθέντες Ἕλληνες. Ἐξ Ἑλλήνων ἀπηρτίσθη καὶ ἡ μετὰ μικρὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐπανακάμψασα ἐκ Πέλλης Ἐκκλησία.
        Τὴν περίοδον αὐτήν, ἀρχίζει νέα ἐποχὴ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ πάλι γεμάτη δοκιμασίας καὶ θλίψεις. Ἡ ἁγία Πόλη ὡς μικρὰ καὶ ἄσημος πολίχνη ὑπήγετο πολιτικῶς καὶ διοικητικῶς εἰς τὴν Καισάρειαν, ἕδραν τοῦ διοικητοῦ τῆς Παλαιστίνης. Ἐπίσης, τὰ πρωτεῖα καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν δικαιοδοσίαν εἰς ὅλας τὰς Ἐπισκοπὰς τῆς ἁγίας Γῆς ἀνέλαβεν ἡ Μητρόπολις Καισαρείας. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ὑπήγετο εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Καισαρείας, ὁ ὁποῖος ἦτο Μητροπολίτης ὅλων τῶν Ἐπισκόπων τῆς Παλαιστίνης. Εἰς τὸ μεταξύ, ὁ Ἀδριανὸς εἶχε ἀρχίσει νὰ καταδιώκῃ ὄχι μόνον τοὺς Ἰουδαίους ἀλλὰ καὶ τοὺς Χριστιανούς. Διέταξε μάλιστα νὰ ἐξαφανισθῇ ἀπὸ τὴν Βηθλεὲμ καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁτιδήποτε συνεδέετο μὲ τὰς ἀναμνήσεις τόσο τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, ὅσο καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ.
        Μετὰ τὸν Μᾶρκον, ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ἐξελέγη ὁ Κασσιανός, τὸν ὁποῖον διεδέχθησαν εἴκοσι ἀκόμη Ἐπίσκοποι εἰς τὸν θρόνον τοῦ Ἀδελφοθέου μέχρι τοὺς χρόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Προοδευτικῶς ὁ Ἐπίσκοπος Αἰλίας ἔχαιρε ἰδιαιτέρας τιμῆς καὶ ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Ἐπισκόπους. Μερικὰς φοράς, μάλιστα, προεκάθητο τιμητικῶς εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς συνόδους τῶν Ἐπισκόπων τῆς Παλαιστίνης. Εἰς αὐτὸ συνέβαλεν καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον της ἀνῆλθον ἄνδρες ἐπιφανεῖς μὲ ἰσχυρὰν προσωπικότητα, ὅπως ὁ Νάρκισσος ὁ θαυματουργὸς (185-211), ὁ σπουδαιότερος τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τὸν Συμεὼν ἕως καὶ τὴν Πρώτην Οἰκουμενικὴν Σύνοδον τὸ 325. Ὁ εὐσεβὴς αὐτὸς Πατριάρχης, ἀφοῦ κατηγορήθη ἀδίκως, κατέφυγεν εἰς τὴν ἔρημον, ὅπου διέμεινε διὰ μέγα διάστημα ἀγνοούμενος. Εἰς τὴν θέσιν του ἐξελέγη ὁ Δίος (211), τὸν ὁποῖον ἀμέσως σχεδὸν διεδέχθησαν ὁ Γερμανίων καὶ ὁ Γόρδιος (211-212). Εἰς τὸ μεταξύ, τὸ 211 ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ ἅγιος Νάρκισσος, τὸν ὁποῖον, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Γορδίου, ὁ λαὸς ἐπιμόνως παρεκάλει νὰ ἀναλάβῃ καὶ πάλι τὴν διαποίμανσιν τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνος ὅμως ἠρνήθη μὴ δυνάμενος λειτουργεῖν διὰ λιπαρὸν γῆρας.
        Διάδοχός του ὑπῆρξε ὁ Καππαδοκίας Ἀλέξανδρος (213-251), ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἔφθασε εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς προσκυνητής, ὑπεχρεώθη ὑπὸ τῶν Χριστιανῶν νὰ ἀναλάβῃ βοηθὸς τοῦ γέροντος Ἐπισκόπου Ναρκίσσου. Ὡς Ἐπίσκοπος ὁ Ἀλέξανδρος διαποίμανε τὴν Ἐκκλησίαν του μὲ ἐπιτυχίαν, συνέστησε σπουδαίαν βιβλιοθήκην εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἵδρυσε Σχολήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδίδαξε καὶ ὁ περίφημος Ὠριγένης, καὶ ἐβοήθησε σημαντικῶς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν θεολογικῶν γραμμάτων. Μετὰ δὲ τὸν ἅγιον Ἰάκωβον τὸν Ἀδελφόθεον, τὸν πρῶτον Ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων, ὁ Ἀλέξανδρος κατέχει τὴν πρωτίστην θέσιν εἰς τὴν ἱστορίαν ἀναμέσον τῶν λογίων Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρῶτος αὐτὸς ἵδρυσε βιβλιοθήκην καὶ σχολήν. Ἡ συνεχὴς πρόοδος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων διεκόπη ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς τῶν Δεκίου (250), Διοκλητιανοῦ (303) καὶ Μαξιμίνου (308-313), κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὁποίων ὡδηγήθησαν εἰς τὸ μαρτύριον πολλοὶ ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι Χριστιανοί, ἰδίως Ἐπίσκοποι καὶ ἄλλοι, κατώτεροι κληρικοί. Μάλιστα, κατὰ τὸν διωγμὸν τοῦ Δεκίου, μεταξὺ τῶν ἄλλων συνελήφθη καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ἀλέξανδρος, ὁ ὁποῖος μετὰ λαμπρὰν ἀπολογίαν ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς πίστεως, τῷ 251, ἐν τῇ εἱρκτῇ ἀπέθανε, λιπαρῷ γήρᾳ καὶ σεμνῇ πολιᾷ κατεστεμμένος. Εἰς τοὺς χαλεποὺς αὐτοὺς χρόνους τῶν διωγμῶν τὴν Ἐπισκοπὴν Ἱεροσολύμων διαποίμαναν διαδοχικῶς οἱ Μαζαβάνης (251-260), Ὑμέναιος (260-298), Ζάμβδας (298-300) καὶ Ἔρμων (300-314).

Ἡ ἀκμὴ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων (326-614)

        Ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ ἑξῆς ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἤρχισε νὰ γνωρίζῃ ἡμέρας εὐημερίας καὶ ἀκμῆς, ἀνέπτυξε ἀξιόλογον δραστηριότητα καὶ προσήλκυσεν τὴν προσοχὴν ὄχι μόνο τῶν ἁπλῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ χιλιάδας συνέρρεον ὡς προσκυνηταί, ἀλλὰ καὶ τῶν χριστιανῶν πλέον βασιλέων τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.

α. Ἀνύψωσις τῆς τιμητικῆς θέσεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων

        Εἰς τᾶς ἀρχὰς τοῦ 4ου αἰῶνος τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων κατεῖχε ὁ Μακάριος Α' (314-333), ἱεράρχης σοφὸς καὶ δραστήριος, ἀλλὰ καὶ ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τῶν Μεδιολάνων τὸ 313 καὶ τὸν οὐσιαστικὸν θρίαμβον τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ ὅλη κατάστασις εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύμων ἤλλαξε ριζικῶς, τὸ κῦρος τῆς Ἐπισκοπῆς της ηὐξήθη σημαντικῶς καὶ ἐπανέκτησε σταδιακῶς τὴν παλαιάν της αἴγλην καὶ τὴν πνευματικήν της ἀκτινοβολίαν. Ἀρχικῶς ὁ Μακάριος, μαζὶ μὲ ἄλλους Ἐπισκόπους τῆς Παλαιστίνης, παρέστη εἰς τὴν Πρώτην Οἰκουμενικὴν Σύνοδον (325), ὅπου κατέλαβεν τιμητικὴν θέσιν ἀναμέσον τῶν λοιπῶν θρόνων τῆς Παλαιστίνης. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ συνάντησιν μὲ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο, κατόρθωσε νὰ ἀποδοθοῦν τὰ ἅγια προσκυνήματα εἰς τὴν χριστιανικὴν λατρείαν καὶ νὰ ἐμπλουτισθοῦν μὲ οἰκοδομήματα ἀντάξια τῆς ἁγιότητός τους. Ἐπιπροσθέτως, ἡ Σύνοδος αὐτὴ μὲ τὸν ζ' κανόνα της ἀνεγνώρισε εἰς τὸν Ἐπίσκοπον τῶν Ἱεροσολύμων τὸ δικαίωμα νὰ καταλάβῃ τιμητικὴν θέσιν, ἐπειδὴ συνήθεια κεκράτησε καὶ παράδοσις ἀρχαία, ὥστε τὸν ἐν Αἰλίᾳ Ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι, ἐχέτω τὴν ἀκολουθίαν τῆς τιμῆς, τῆ μητροπόλει σῳζομένου τοῦ οἰκείου ἀξιώματος. Ὁ κανὼν αὐτὸς ὑπῆρξε οὐσιαστικῶς τὸ πρῶτον βῆμα διὰ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τῆς Μητρὸς τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐπιβεβαιῶν ἔτσι τὴν μεγάλην σημασίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ εἶχε εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Πάντως δὲν ἀπεδόθη εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων μητροπολιτικὸν ἢ πατριαρχικὸν ἀξίωμα, ὅπως ὑπέθεσαν κάποιοι, ἀλλὰ ὁ Ἱεροσολύμων προσέλαβε ἁπλῶς ὅ,τι ἐκ συνηθείας καὶ παραδόσεως ἀρχαίας εἶχε δι' ὡρισμένου κανόνος, ἤτοι ἀκολουθίαν τιμῆς μεταξὺ τῶν λοιπῶν Ἐπισκόπων τῆς Παλαιστίνης, σῳζομένου τῇ Μητροπόλει Καισαρείας τοῦ οἰκείου Μητροπολιτικοῦ ἀξιώματος, καθ' ὃ, πρώτιστα πάντων, ὁ Μητροπολίτης Καισαρείας ἐχειροτόνει καὶ τὸν Ἱεροσολύμων καὶ τοὺς λοιποὺς τῆς Παλαιστίνης Ἐπισκόπους. Εἰς τὰς συνοδικάς, διὰ παράδειγμα, συνελεύσεις τῶν Ἐπισκόπων τῆς Παλαιστίνης προήδρευε τιμητικῶς ὁ Ἱεροσολύμων, ἂν καὶ τὸ πραγματικὸν ἀξίωμα τοῦ Μητροπολίτου Παλαιστίνης κατεῖχε ὁ Καισαρείας. Εἰς τὸ μεταξὺ ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ ηὐξάνετο συνεχῶς καί, καθὼς ἱστορεῖ ὁ Εὐσέβιος, πανταχόθεν ἤρχοντο εἰς Ἱεροσόλυμα οἱ Χριστιανοί.

β. Ἀνέγερσις μεγαλοπρεπῶν ναῶν εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους

        Ἕν ἔτος μετὰ τὴν σύγκλισιν τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ᾖλθε εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἡ εὐσεβὴς μητέρα τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου ἁγία Ἑλένη, ἡ ἔλευσις τῆς ὁποίας διεγράφει νέαν ἐποχὴν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ λειτουργεῖ ὡς ἀφετηρία διὰ τὴν περαιτέρω ἱστορικήν της ἀκμήν. Μὲ τὴν προτροπὴν καὶ βοήθειαν τῆς αὐγούστας διενεργήθησαν ἀνασκαφαὶ εἰς τὴν ἁγίαν Πόλιν, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν εἰς τὸ φῶς τὸ σεμνὸν καὶ πανάγιον Μαρτύριον τῆς σωτηρίου Ἀναστάσεως, δηλαδὴ τὸν Πανάγιον Τάφον, τὸν βράχον τοῦ φρικτοῦ Γολγοθᾶ καὶ τὸν Τίμιον Σταυρόν. Ὅλα αὐτὰ τὰ καθηγιασμένα μέρη συμπεριελήφθησαν εἰς τὴν μεγαλοπρεπῆ Βασιλικὴν τῆς Ἀναστάσεως, ἡ ὁποία ἐκτίσθη ἀργότερον εἰς τὸν ἴδιον χῶρον. Ἡ περιοχὴ αὐτή, κατὰ τὸν χρόνον τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, εὑρίσκετο ἔξωθεν τῶν τειχῶν τῆς πόλεως. Ἡ ἔνταξίς της ἐντὸς τῆς πόλεως ἐπετεύχθη ἀργότερον μὲ τὴν προσθήκην τοῦ τρίτου τείχους ἀπὸ τὸν Ἡρώδην Ἀγρίππαν. Κατὰ τὴν περίοδον τῆς ρωμαϊκῆς κυριαρχίας τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τῶν σκληρῶν διωγμῶν ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ Ἀδριανὸς ἐπιχωμάτωσε τὸν Γολγοθᾶν καὶ τὸν Πανάγιον Τάφον, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ ἅγια αὐτὰ προσκυνήματα νὰ διατηρηθοῦν ἀνέπαφα εἰς τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου. Ἔτσι, μὲ τὰς ἀνασκαφικὰς ἐργασίας, ἀφοῦ ἀρχικῶς ἀπεμακρύνθησαν αἱ διαδοχικαὶ ἐπιχωματώσεις, ἀπεκαλύφθησαν ὁ λόφος τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τὸ σπήλαιον τοῦ Παναγίου Τάφου. Εἰς μικρὰν ἀπόστασιν ἀνευρέθη μαζὶ μὲ τοὺς δύο σταυροὺς τῶν λῃστῶν, ὁ Τίμιος Σταυρός, ὁ ὁποῖος ἀνεγνωρίσθη μὲ θαυματουργικὸν τρόπον. Βέβαιον εἶναι ὅτι τμῆμα ἀπὸ τὸν ἀνευρεθέντα Σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου παρέμεινε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐνῷ τεμάχιόν του ἀπεστάλη εἰς τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνον, ὁ ὁποῖος μὲ συγχαρητήριον ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Ἐπίσκοπον Μακάριον ἔσπευσε νὰ διατάξῃ τὴν ἀνέγερσιν μεγαλοπρεπῶν ναῶν.
        Συμφώνως πρὸς τὸ προγραμματισμένον σχέδιον εἰς τὸν χῶρον τοῦ Παναγίου Τάφου, τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τοῦ σημείου τῆς Εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ προὐβλέπετο ἡ ἀνέγερσις ὑπερμεγέθους, μεγαλοπρεποῦς καὶ ἁρμονικοῦ συμπλέγματος χριστιανικῶν ναῶν. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἐπεθύμει εἰς τοὺς τόπους τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου νὰ ἱδρυθοῦν πολλὰ οἰκοδομήματα, ὅπως ὁ ἱερὸς ἐκεῖνος τόπος τοῦ σωτηρίου πάθους «… οἰκοδομημάτων κάλλει κοσμήσωμεν, ἐκφράζοντες τὴν πεποίθησιν οὐ μόνον τὴν Βασιλικὴν τῶν ἁπανταχοῦ βελτίονα, ἀλλὰ καὶ τὰ λοιπὰ τοιαῦτα γίνεσθαι, ὡς πάντα τὰ ἐφ' ἑκάστης καλλιστεύοντα πόλεως ὑπὸ τοῦ κτίσματος τούτου νικᾶσθαι». Αἱ ἐργασίαι διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ κτιριακοῦ αὐτοῦ συγκροτήματος ἤρχισαν τὸ 326 καὶ ὁλοκληρώθησαν μετὰ ἀπὸ δέκα περίπου χρόνια. Ἡ περιγραφή τους διεσώθη ἀπὸ τὸν ἱστορικὸν Εὐσέβιον Καισαρείας (260-340), ἀλλὰ σημαντικαὶ πληροφορίαι παρέχει καὶ ἡ προσκυνήτρια Αἰθερία, ἡ ὁποία διέμενε εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους ἀπὸ τὸ 381 ἕως τὸ 384.
        Κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν ἀπεκαλύφθησαν καὶ ἀνεγνωρίσθησαν τὰ περισσότερα ἱερὰ προσκυνήματα εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καί, παραλλήλως, ᾠκοδομήθησαν μεγαλοπρεπεῖς καὶ περικαλλεῖς ναοὶ εἰς διαφόρους καθηγιασμένους ἀπὸ τὸν Κύριον τόπους, ὄχι μόνον γύρω ἀπὸ τὴν ἁγίαν Πόλιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν εὐρυτέραν περιοχὴν τῆς Παλαιστίνης. Εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ, ἡ ἁγία Ἑλένη περιόδευε ἀνὰ τὴν Παλαιστίνην καὶ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ αὐτοκράτορος ἵδρυε ναοὺς καὶ εἰς ἄλλας θέσεις. Ἔτσι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν μεγαλοπρεπῆ Βασιλικὴν τοῦ Παναγίου Τάφου, τῆς Εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ τοῦ Γολγοθᾶ, ἀνηγέρθησαν ταυτοχρόνως δυὸ ἀκόμη ναοί, εἷς εἰς τὸ ὑπερῶον τῆς Σιών, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων, ὅπως ὠνομάζετο, καὶ ἡ Βασιλικὴ εἰς τὸ σπήλαιον τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν Βηθλεέμ. Ἐπίσης, ναοὶ ἱδρύθησαν εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ εἰς τὸν τόπον τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, εἰς τὴν Βηθανίαν καὶ ἀλλοῦ πέριξ τῆς Ἱερουσαλήμ. Μετὰ τὴν ἁγίαν Ἑλένην μεγάλην εὐλάβειαν πρὸς τοὺς Ἁγίους Τόπους ἔδειξε ἡ Εὐτροπία, σύζυγος τοῦ Μαξιμιανοῦ καὶ πεθερὰ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τὸ ἐνδιαφέρον τῆς ὁποίας προὐκάλεσε τὴν ἄμεσον ἀντικατάστασιν τῶν ἐθνικῶν ναῶν καὶ τῶν εἰδώλων εἰς τὴν Χεβρῶνα διὰ καλλιπρεποῦς χριστιανικοῦ ναοῦ, ὅστις συνῳδᾶ τῇ βασιλικῇ διαταγῇ ἱδρύθη ἐκεῖ. Εἰς τὴν συνέχειαν, ἀνηγέρθησαν εἴκοσι πέντε ἀκόμη ναοὶ εἰς ἱστορικοὺς καὶ καθηγιασμένους τόπους, ὅπως εἰς τὸν Τάφον τῆς Θεοτόκου εἰς τὴν Γεθσημανῆν, εἰς τὴν πηγὴν τοῦ Σιλωάμ, εἰς τὸν τάφον τοῦ Λαζάρου εἰς τὴν Βηθανίαν, εἰς τὸ σπήλαιον τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ πλησίον τοῦ Ἰορδάνου, εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἐνεφανίσθη ὁ Ἄγγελος εἰς τοὺς ποιμένας πλησίον τῆς Βηθλεέμ, εἰς τὴν Χεβρῶνα καὶ «παρὰ τὴν δρῦν Μαμβρῆ», εἰς τὸν τόπον τῆς θεραπείας τῆς πεθερᾶς τοῦ Πέτρου εἰς τὴν Τιβεριάδα, καθὼς καὶ εἰς τὸν Δωδεκάθρονον, εἰς τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ εἰς τὴν Συχέμ, εἰς τὸν χῶρον τῆς κατοικίας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου εἰς τὴν Καπερναούμ, ὅπου ἐτελέσθη τὸ θαῦμα τοῦ ἑκατοντάρχου καὶ ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ, εἰς τὸν τόπον τῆς θεραπείας τῆς αἱμορροούσης, εἰς τὸν τόπον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἰς τὴν Ναζαρέτ, εἰς τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, εἰς τὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ εἰς ἄλλα ἀκόμη γνωστὰ χριστιανικὰ προσκυνήματα.
        Ἀργότερον, ᾠκοδομήθη καὶ ὁ ναὸς τοῦ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου εἰς τὴν Λύδδα, ὁ ὁποῖος προσέδωσε εἰς τὴν πόλιν ἐξαιρετικὴν σημασίαν. Δι' αὐτὸ καὶ ἡ Λύδδα ἢ Διόσπολις ὀνομάζεται καὶ Γεωργιούπολις, ὡς ἡ κατ' ἐξοχὴν πόλις τοῦ ἁγίου Γεωργίου. Οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ναῶν αὐτῶν ἀνηγέρθησαν μὲ προσωπικὴν μέριμναν τῆς ἁγίας Ἑλένης, ἦσαν δὲ κτίρια μεγαλοπρεπῆ καὶ ἀπαραμίλλου τέχνης, μὲ πλουσίαν ἐσωτερικὴν διακόσμησιν ἀπὸ θαυμάσια ψηφιδωτὰ καὶ ἐντυπωσιακὰ μαρμαροθετήματα. Τὰ ἐγκαίνια μάλιστα τῶν δυὸ ναῶν, τῆς Ἀναστάσεως καὶ τοῦ Γολγοθᾶ,ἐτελέσθησαν μὲ τὴν παρουσίαν κλήρου καὶ λαοῦ τῇ 14ῃ Σεπτεμβρίου τοῦ 335 καὶ ἑορτασμός τους διήρκησε ὀκτὼ ἡμέρας. Μὲ τὰς ἐνεργείας αὐτὰς προεβλήθησαν ἀκόμη περισσότερον οἱ Ἅγιοι Τόποι μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναδειχθοῦν σταδιακῶς εἰς παγκόσμια προσκυνήματα.

γ. Ἀνάπτυξις τοῦ μοναχικοῦ βίου εἰς τὴν Παλαιστίνην

        Παραλλήλως μὲ τὴν ἀνάδειξιν τῶν ἁγίων προσκυνημάτων καὶ τὴν διάδοσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰς τὴν Παλαιστίνην, ταχύτατα ἀνεπτύχθη καὶ ὁ μοναχικὸς βίος. Τὸ μοναχικὸν ἰδεῶδες ἐλάμπρυναν ἀρχικῶς οἱ πρῶτοι μεγάλοι πολισταὶ τῆς ἐρήμου Ἰλαρίων καὶ Χαρίτων. Ὁ ἅγιος Ἰλαρίων, ὁ κατεξοχὴν ἱεραπόστολος τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰς τὴν Παλαιστίνην, κατὰ τὴν παραμονήν του εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἐγνώρισε τὸν ἅγιον Ἀντώνιον καὶ τὸν ἠκολούθησε εἰς τὴν ἔρημον. Ἐπιστρέφων εἰς τὴν πατρίδα του ἐπέλεξε ἔρημον τόπον ἀνάμεσον τῆς Γάζης καὶ τῆς Μαϊουμᾶ καὶ ἐκεῖ διῆγε ἀσκητοτρόπως. Πρῶτον μοναστικόν του κέντρον ὑπῆρξε τὸ 328 ἡ περίφημος Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἰλαρίωνος, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ συγκρότημα πολλῶν κελλιῶν διεσπαρμένων εἰς τὴν ἔρημον. Ὁ ἅγιος Ἰλαρίων προσπάθησε ὄχι μόνο νὰ συνενώσῃ τοὺς μοναχοὺς εἰς κοινὸν βίον, ἀλλὰ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς εὐεργετικὴν ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν κόσμον, χάριν εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῶν χριστιανικῶν ἀρχῶν. Βεβαίως, τὸ σύστημα διαβιώσεως, τὸ ὁποῖον καθιερώθη, δὲν εἶχε ἀκόμη τὸν χαρακτήρα τοῦ τελείου κοινοβίου, μὲ αὐτὸ ὅμως διεδόθη ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ἐπαγιώθη ὁ μοναχισμὸς εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Γάζης, ἂν καὶ ἀπετέλει κέντρον ἀκμάζοντος ἑλληνικοῦ ἐθνισμοῦ.
        Τὴν ἰδὶαν περίοδον ἀρχίζει τὴν δρᾶσιν της μία ἀκόμη μεγάλη ἀσκητικὴ μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὁ ἅγιος Χαρίτων, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ ὁ ρυθμιστὴς τοῦ μοναχικοῦ βίου εἰς τὴν Παλαιστίνην. Ὁ Χαρίτων, ἐρχόμενος ἀπὸ τὸ Ἰκόνιον εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ διὰ νὰ προσκυνήσῃ τοὺς Ἁγίους Τόπους, συνελήφθη ἀπὸ λῃστὰς καὶ μετεφέρθη εἰς τὸ κρυσφήγετὸ τους εἰς τὴν ἔρημον Φαράν, πλησίον τῶν Ἱεροσολύμων. Μετὰ ἀπὸ τὴν θαυμαστὴν ἀπελευθέρωσίν του παρέμεινε διὰ ὀλίγον διάστημα μὲ ἄλλους μοναχοὺς εἰς τὰς ὄχθας τοῦ Ἰορδάνου, ἐπανῆλθε ὅμως εἰς τὴν Φαρὰν καὶ ἐκεῖ τὸ 330 ἵδρυσε τὴν Πρώτην Λαύραν εἰς τὴν ἔρημον τῆς Ἰουδαίας. Τὰ ἐγκαίνιά της ἐτέλεσε ὁ Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Μακάριος. Οἱ μοναχοὶ τῆς Λαύρας αὐτῆς ἔζων διαφορετικῶς ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ἰλαρίωνος. Αὐτοὶ ἐγκατεβίωναν εἰς ἰδικά τους κελλιά, εἶχον ὅμως ἄμεσον καὶ κοινὸν χειραγωγὸν τὸν ἡγούμενον τῆς Λαύρας, ἀσκούμενοι μὲ κοινὰς διατάξεις καὶ προσευχόμενοι εἰς καθορισμένας ἡμέρας καὶ ὥρας εἰς τὸν ναὸν τῆς Λαύρας. Μὲ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ λαυρεωτικοῦ συστήματος ἔγινε ἕν ἐπιπλέον βῆμα διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ μοναχικοῦ βίου εἰς τὴν Παλαιστίνην. Ἀργότερον, ὁ ἅγιος Χαρίτων ἔφυγε ἀπὸ τὴν μονὴν καὶ μετέβη εἰς τὸ Σαραντάριον ὄρος, πλησίον τῆς Ἱεριχοῦς, ὅπου ἵδρυσε τὴν Νέαν Λαύραν ἢ Λαύραν τοῦ Δούκα, ἐνῷ εἰς τὴν συνέχειαν ἀνεχώρη καὶ πάλι πρὸς τὴν ἔρημον τῆς Ἰουδαίας, ὅπου ἀπεσύρθη εἰς τὰ σπήλαια τῆς Τεκώα. Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός του ὡδήγησε πλησίον του πολλοὺς μοναχούς, διὰ χάριν τῶν ὁποίων ἵδρυσε τὴν Τρίτην Λαύραν ἢ τὴν Λαύραν τοῦ Σουκᾶ, τὴν καλουμένην καὶ Παλαιὰν Λαύραν. Ἔτσι ὁ ἅγιος Χαρίτων κατέστη πολιστὴς τῆς ἐρήμου τῆς Ἰουδαίας.
        Εἰς τὰ χρόνια τά ὁποῖα ἠκολούθησαν, τὸ μοναχικὸν σύστημα καθιερώθη καὶ εἰς τοὺς ναοὺς τῶν Ἱεροσολύμων. Εἶναι εὐνόητον ὅτι αἱ πολλαπλοὶ λατρευτικαὶ ὑποχρεώσεις, αἱ ποικίλαι τελεταὶ καὶ αἱ κάθε εἴδους ἱεραὶ ἀκολουθίαι ὑπαγόρευσαν τὴν συγκρότησιν μοναχικοῦ τάγματος διὰ τὴν ἱερατικὴν διακονίαν, κυρίως εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ἀναστάσεως. Ἔτσι προῆλθε ἡ Ἁγιοταφιτικὴ Ἀδελφότης, ἡ ὁποία ἀπετέλει ἰδιαίτερον μοναχικὸν τάγμα, ἀφοσιωμένον εἰς τὴν διηνεκῆ ἱερὰν διακονίαν καὶ εἰς τὴν ἀδιάλειπτον προσευχήν. Ἀπὸ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦσαν οἱ μοναχοὶ αὐτοί, σπουδάζοντες ἐν τῷ ψάλλειν τὰς νυχθημερινὰς ἱερὰς ἀκολουθίας ἐν τῷ πανιέρῳ Ναῷ τῆς Ἀναστάσεως, ἔλαβον καὶ τὴν ὀνομασίαν «Σπουδαῖοι τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως» ἢ «Τάγμα τῶν Σπουδαίων». Τὸ τάγμα αὐτὸ κατηρτίσθη ἀπὸ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως ἢ καὶ προγενέστερον, κατὰ τὸν 3ον αἰῶνα, ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων Ἀλέξανδρον. Τὴν προσωνυμίαν “Σπουδαῖοι” ἔλαβε τὸ τάγμα ὡς ἐκ τοῦ ἐναρέτου καὶ ἀσκητικοῦ βίου τῶν μελῶν αὐτοῦ, διότι ἡ λέξις σπουδαῖος ἦτο ταυτόσημος πρὸς τὰς λέξεις ἐνάρετος, ζηλωτὴς καὶ φιλόπονος, ἐχρησιμοποιεῖτο δὲ κατ' ἐξοχὴν διὰ τοὺς ἐναρέτους μοναχοὺς ἀσκητὰς τοῦ 4ου , τοῦ 5ου καὶ τοῦ 6ουαἰῶνος, ὄχι μόνον εἰς τὴν Παλαιστίνην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὴν Ἀλεξάνδρειαν καὶ τὴν Ἀντιόχειαν.
        Παρόμοια μοναχικὰ τάγματα ἐδημιουργήθησαν καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ναοὺς τῶν Ἁγίων Τόπων, ὅπως οἱ «Σπουδαῖοι τῶν Βασιλικῶν τῆς ἁγίας Σιὼν» εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ «τῆς Γεννήσεως» εἰς τὴν Βηθλεέμ. Τὰ τάγματα αὐτὰ ἦσαν ὑπεύθυνα ὄχι μόνον διὰ τὴν τέλεσιν τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καὶ ἀγρυπνιῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπιμέλειαν, τὸν καλλωπισμὸν καὶ τὴν περιφρούρησιν τῶν λαμπρῶν καὶ μεγαλοπρεπῶν αὐτῶν μνημείων τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀπὸ μαρτυρίας τῆς ἰδίας περιόδου, πληροφορούμεθα τὴν ὕπαρξιν τοῦ ὀφφικίου τοῦ Σκευοφύλακος ἢ Φύλακος τῶν ἱερῶν σκευῶν ἢ Κειμηλιάρχου τῆς ἁγίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἠμῶν Ἀναστάσεως, καθὼς ἐπίσης καὶ ἐκείνου τοῦ Σταυροφύλακος, τοῦ τὴν παραφυλακὴν τοῦ τιμίου ξύλου τοῦ Σταυροῦ πεπιστευμένου.

δ. Ἐνισχύσεις ἀπὸ τοὺς αὐτοκράτορας

        Εἰς τὸ μεταξὺ ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, παρὰ τὰς μικρὰς ἐσωτερικὰς ἔριδας, ἐσυνέχιζεν τὴν ἀνοδικήν της πορείαν. Ἡ ριζικὴ ἀλλαγή, ἡ ὁποία εἶχε ἐπέλθει μὲ τὴν ἐπανάκτησιν τῆς παλαιᾶς αἴγλης κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διαποιμάνσεως τοῦ Μακαρίου, ἐσυνεχίσθη καὶ μὲ τὴν ἐκλογὴν τοῦ διαδόχου του, Μαξίμου Γ' (333-348), ὁ ὁποῖος συνέβαλε οὐσιαστικῶς εἰς τὴν ἑδραίωσιν καὶ διάδοσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰς τὴν Παλαιστίνην. Τὸ 335 ἐνεκαινιάσθησαν οἱ ναοὶ τῶν Ἱεροσολύμων παρουσίᾳ ὅλων τῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι μετεῖχαν εἰς τὴν Σύνοδον τῆς Τύρου, οἱ ὁποῖοι ἐκοσμήθησαν βασιλικοῖς παραπετάσμασι καὶ κειμηλίοις λιθοκολλήτοις χρυσοῖς. Ἡ ἁγία πόλις τῆς Ἱερουσαλὴμ ἔλαβε νέαν αἴγλην καὶ ἡ Μήτηρ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπέβη περιφανέστατον κέντρον τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἐφάμιλλον τῶν λοιπῶν κέντρων τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀμέσως μετὰ ἠκολούθησε μεγάλη ταραχὴ εἰς τὴν Παλαιστίνην ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Αἱ ἀλλεπάλληλαι σύνοδοι ἐκλυδώνισαν τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ὁ Ἐπίσκοπός της Μάξιμος, ἂν καὶ δὲν εἶχε μητροπολιτικὴν ἐξουσίαν, συνεκάλεσε Σύνοδον τὸ 346 ὑπὲρ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Ἡ πρᾶξις του αὐτὴ προὐκάλεσε μεγάλην δυσαρέσκειαν εἰς τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχον τὴν ἐξορίαν του (347-348), κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἀπεβίωσεν.
        Κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον ἐκόσμησε ὁ περιφανὴς κατηχητὴς Κύριλλος Α' (350-386), ὁ ὁποῖος ἦλθε ἐπανειλημμένως εἰς σύγκρουσιν μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς προσωπικούς του ἀντιπάλους. Τὸ ὀρθόδοξον πνεῦμα, ἡ δογματικὴ κατάρτισις, ἡ ἐκκλησιαστικὴ πνευματικότης, ἡ προσήνεια καὶ ἡ συνεχὴς ἀγωνιστικότης του ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν εἶχον ὠς ἀποτέλεσμα ἡ Ἱερουσαλὴμ νὰ προκαλέσῃ καὶ πάλιν τὴν εὐλαβῆ προσοχὴν ὁλοκλήρου τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Παραλλήλως, ὁ ἐσκεμμένος παραγκωνισμὸς τοῦ Ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων Κυρίλλου ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην Καισαρείας Ἀκάκιον, ἐξαιτίας τῶν μεγάλων διαφορῶν εἰς σπουδαῖα δογματικὰ ζητήματα, καθὼς καὶ ἡ αἴγλη, τὴν ὁποίαν σταδιακῶς ἀποκτοῦσε ἡ ἁγία πόλις τῆς Ἱερουσαλήμ, εἶχον ὡς συνέπειαν τὴν διατάραξιν τῶν σχέσεων ἀναμέσον τῆς Μητροπόλεως καὶ τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἡ τελευταία δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ ὑπάγεται ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν διαρκῶς παρακμάζουσαν Καισάρειαν. Μετὰ μάλιστα καὶ τὴν Δευτέραν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον (381), ἡ ὁποία κατεδίκασε τὰς διαφόρους αἱρέσεις καὶ ἐδικαίωσε τὸν Πατριάρχην Κύριλλον, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἐξηκολούθη νὰ ἀποκτᾷ εἰς τὸ πρόσωπόν της συνεχῆ πνευματικὴν ἄνοδον καὶ μεγαλυτέραν αἴγλην. Τὴν περίοδον αὐτὴν ὅλοι οἱ αὐτοκράτορες διετήρησαν ἀμείωτον τὸ ἐνδιαφέρον τους διὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους, μὲ μόνην ἐξαίρεσιν τὴν ἀπέλπιδα ἀπόπειραν τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361-363) διὰ ἐπιστροφὴν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν.
        Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπισημανθῇ ὅτι ἀντάξιαι πρὸς τὸ μεγαλεῖον τῶν μεγαλοπρεπῶν ναῶν ἦσαν καὶ αἱ ἐπιβλητικαὶ καὶ συγκινητικαὶ ἱεραὶ τελεταί, αἱ ὁποῖαι ἐκαθιερώθησαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐτελοῦντο μὲ ἰδιαίτερον σεβασμὸν εἰς τὰ ἅγια προσκυνήματα. Ἀποτελεῖ δὲ εὐτύχημα διὰ τὴν Μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν τὸ γεγονὸς ὅτι διεσώθησαν μέχρι σήμερον ἐκτενεῖς περιγραφαὶ τῶν τελετῶν αὐτῶν ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοτέρους ἕως τοὺς νεωτέρους χρόνους. Εἰς τὸ «Ὁδοιπορικὸν τῆς Αἰθερίας», καθὼς καὶ εἰς τὰς «Κατηχήσεις» τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, περιέχονται πολύτιμαι λεπτομέρειαι διὰ τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας, αἱ ὁποῖαι ἐψάλλοντο καθημερινῶς καὶ κατὰ τὰς Κυριακὰς εἰς τοὺς τρεῖς τότε ναούς, τῆς Ἀναστάσεως, τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τοῦ Μαρτυρίου, ἀλλὰ καὶ διὰ ἐκείνας τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα. Ἀπὸ τὰς ἱστορικὰς αὐτὰς μαρτυρίας γίγνεται γνωστὸν ὅτι αἱ ἀκολουθίαι εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ἀναστάσεως ἤρχιζον περὶ τὸ μεσονύκτιον μετὰ τὴν πρώτην ἀλεκτοροφωνίαν, ὁπότε ἤνοιγαν αἱ πύλαι καὶ τῶν τριῶν ναῶν καὶ εἰσέρχοντο τελετουργικῶς ὅλοι οἱ πιστοί, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὀρθρινῶν ψαλμῶν κατέβαινε εἰς τὸν Ναὸν καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, χωρὶς νὰ εἶναι βέβαιον ἂν προΐστατο τῆς Θείας Λετουργίας καθημερινῶς ἢ μόνον κατὰ τὰς ἐπισήμους ἡμέρας. Εἶναι πάντως γνωστὸν ὅτι συμπαρίστατο καθημερινῶς κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Λυχνικοῦ, ὁπότε καὶ ἐψάλλοντο ὕμνοι ἑσπερινοί. Τὸ ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου ὁ λαὸς συνηθροίζετο πρὸ τῆς ἀλεκτοροφωνίας εἰς τὴν Βασιλικὴν τῆς Ἀναστάσεως καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἱερᾶς ἀκολουθίας ὁ Ἐπίσκοπος εὑρίσκετο ἐντὸς τοῦ σπηλαίου τοῦ Παναγίου Τάφου. Κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας τῆς Κυριακῆς ὁ Ἐπίσκοπος μετέβαινε μὲ τοὺς πρεσβυτέρους εἰς τὸν Γολγοθᾶ διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν κατηχουμένων. Προοδευτικῶς ἐτιμῶντο ὅλαι αἱ θεσπισθεῖσαι ἑορταὶ καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκεὶνας πλῆθος λαοῦ συνέρεε εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ διὰ τοὺς πανηγυρικοὺς ἑορτασμοὺς εἰς τὰ ἅγια προσκυνήματα. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν περιγραφὴν τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν ἡ «Αἰθερία» μὲ θαυμασμὸν ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸν καλλωπισμὸν τῶν Βασιλικῶν τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς Βηθλεέμ.
        Πολυτιμόταται, ἐπίσης, πληροφορίαι παρέχονται καὶ διὰ τὴν ἐξέχουσαν θέσιν, τήν ὁποίαν κατεῖχον καὶ κατέχουν οἱ Ἕλληνες καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἰς τὴν ἁγίαν Πόλιν, καθὼς ἐπίσης καὶ διὰ τὸν ἀκραιφνῆ ἑλληνικὸν χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀπὸ τὰς μαρτυρίας τοῦ «Ὁδοιπορικοῦ τῆς Αἰθερίας» καταφαίνεται ὅτι αἱ ἱεραὶ ἀκολουθίαι εἰς τὰ Πανάγια προσκυνήματα ἐτελοῦντο ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἑλληνικὴν καὶ εἰς ὁρισμένας μόνον περιστάσεις τὰ ἀναγνώσματα ἑρμηνεύοντο εἰς ἄλλας γλώσσας: ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Ἐπίσκοπος, ἂν καὶ γιγνώσκῃ τὴν συριακήν, πάντοτε ὅμως ὁμιλεῖ ἑλληνιστί… «Ἐπειδὴ δὲ εἶνε ἀνάγκη, ἳνα τὰ ἀναγνώσματα ἀναγιγνώσκωνται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἑλληνιστί, ἵσταται τὶς πάντοτε, ὅστις ἑρμηνεύει εἰς τὴν συριακὴν χάριν τοῦ λαοῦ, ἳνα διδάσκῃται πάντοτε καὶ ἳνα μὴ οἱ λατῖνοι, οἱ μὴ γιγνώσκοντες τὴν ἑλληνικὴν καὶ συριακήν, θλίβωνται, ἑρμηνεύονται καὶ αὐτοῖς λατινιστὶ παρὰ τῶν παρόντων ἀδελφῶν.» Ἔτσι λοιπὸν ἀπὸ τὰς μαρτυρίας αὐτὰς προκύπτει ὅτι, μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν καὶ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 4ου αἰῶνος, ἡ χριστιανικὴ πίστις ἑδραιώθη ὡς ἐπίσημος θρησκεία τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων προσέλαβε χαρακτῆρα καὶ ὑπόστασιν ἑλληνικήν, ὅπως ἑλληνικὴ ἦτο καὶ ἡ χρησιμοποιουμένη λειτουργικὴ γλῶσσα.
        Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 5ου αἰῶνος καὶ ἑξῆς καί, ἐνῷ τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον Ἱεροσολύμων κατεῖχε ὁ φωτισμένος ἱεράρχης Ἰωάννης Β' (386-417), ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ἐγνώρισε μεγάλην ἀκμὴν μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του τὸ σημαντικότερον γεγονὸς ἦτο ἡ πτώσις τοῦ ἐθνισμοῦ εἰς τὴν Παλαιστίνην, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Γάζαν, ἡ ὁποῖα ὠφείλετο κυρίως εἰς τὰς ἀποστολικὰς ἐνεργείας τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης ἁγίου Ἐπισκόπου της Πορφυρίου (+420). Ἰδιαιτέρως ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία ὄχι μόνον ἐχορήγησε ἀξιόλογον χρηματικὴν συνδρομὴν καὶ τὸ ἀρχιτεκτονικὸν σχέδιον διὰ τὴν ἀνέγερσιν χριστιανικοῦ ναοῦ εἰς τὴν Γάζαν, ἀλλὰ ἀπέστειλε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ οἰκοδομικὸν ὑλικόν, πολυτίμους κίονας καὶ μάρμαρα, μαζὶ μὲ τὸν μηχανικὸν Ρουφίνον ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν. Ὁ ναὸς αὐτὸς ἀντικατέστησε τὸ εἰδωλολατρικὸν Μαρνεῖον καὶ πρὸς τιμὴν τῆς αὐγούστας ὠνομάσθη «Εὐδοξιανή» (407). Ἀλλὰ καὶ ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος Β' (418) συνέδραμε τὸν διάδοχον τοῦ Ἰωάννην, Ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων Πραΰλιον (417-422), μὲ σεβαστὸν χρηματικὸν ποσὸν ὑπὲρ τῶν πτωχῶν καὶ σταυρὸν χρυσοῦν διάλιθον διὰ τὸν ἅγιον Γολγοθᾶ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

AΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ «ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ» ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2020 ΚΑΙ 2021.

blog counter Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί «ο Χριστός είη εν τω μέσω ημών». Ευχαριστηριακές δοξολογίες οφείλουμε στον «ενανθρωπήσαντα» Θεό μας...