Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ-ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ-ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΛΛΟΣ μοναχού Aidan (Αιδανού)



blog counter
 Του μοναχού Aidan (Αϊδανού)
Animated wallpaper, screensaver 240x320 for cellphone
Ο αδελφός Aidan (Αϊδανός) είναι μοναχός και εικονογράφος. Ανήκει στην Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή της Μεγάλης Βρετανίας. Ζει στο ησυχαστήριο των Αγίων Αντωνίου και Cuthbert, στο Shropshire της Αγγλίας. Έζησε τρία χρόνια στην Ελλάδα, δύο εκ των οποίων στην Ιερά Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, με το οποίο συνεχίζει να έχει στενή επαφή.

      Συχνά ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα από τα πράγ­ματα που λατρεύουμε. Έτσι οδήγησε και τους μάγους στον εαυτό Του. Όμως δεν νομίζω πως αυτός είναι ο μόνος λόγος που ο Θεός αποκαλύπτεται με ποικίλους τρόπους σε διαφορετικούς ανθρώπους και σε ποικίλες περιστάσεις. Η φύση Του δεν είναι δυνατό να περιοριστεί σε όποιο από τα ονόματα Του δίνου­με, αν και είναι πλήρως παρών στο καθένα. Έτσι η γνώση μας γί' Αυτόν επεκτείνεται με την επινόηση κάθε νέου ονόματος. Το καθένα μοιάζει με μια απόχρωση στο απέραντο φάσμα χρωμάτων που αποδίδουν το λευ­κό φως. Κάθε Χριστιανός θα 'θελε ν' απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε ο Χριστός,«Ποιος λέτε ότι είμαι;», όπως το απάντησε ο Πέτρος: «Συ είσαι ο Χριστός, ο υιός του ζωντανού Θεού». Όμως ο καθένας μας αντιλαμβάνεται αυτόν τον Υιό του ζωντανού Θεού κατά τρόπο μοναδικό, Τον γνωρίζει με μια διαφορετική και αυξανόμενη δέσμη ονομάτων. Κι αυτά τα ονόματα δεν συνειδητοποιούνται τόσο στο νου όσο στο εσωτερικό καταφύγιο της καρδιάς. Ο νους (ελληνικά στο πρωτότυπο) όπως και το ους της καρδιάς ακούει αυτούς τους λόγους (ελληνικά στο πρωτότυπο) που εκφέρει ο Λόγος. Κάθε νεοεισαγόμενο όνομα μεταφέρει τον αναζητούντα ή την αναζητούσα σ' ένα χώρο πέρα απ' αυτόν που βρίσκονται και, όπως το άστρο των μάγων, τους οδηγεί πλησιέστερα στον Χριστό.
 Αντί όμως να συνεχίσω έτσι θεω­ρητικά, θα 'ταν ίσως πολύ πιο ενδιαφέρον να μιλήσω προσωπικά και να μοιραστώ μαζί σας λίγη από τη δική μου αναζήτηση του ποιος και πού είναι ο Χριστός: Λάτρεψα το κάλλος της δημιουργίας και της τέχνης κι ο Χριστός με τράβηξε κοντά Του μέσα άπ' αυτό ακριβώς το κάλλος  μού αποκάλυψε τον Εαυτό Του ως πηγή του Κάλλους, ως το ίδιο το Κάλλος. Αντίθετα προς τους Μάγους, εγώ δεν είμαι σοφός, και δεν ήρθα από την Ανατολή αλλά από τη Δύση για να βρω τη φάτνη της Ορθόδοξης Εκ­κλησίας.
 Προέρχομαι από ένα μη ορθόδοξο περιβάλλον, γεννήθηκα στην Αγγλία, αλλά μεγάλωσα στη Νέα Ζηλανδία. Σαν παιδί δεν διδάχτη­κα πολλά για τον Θεό  σε περίπου τριάντα όλες κι όλες ώρες θρησκευ­τικών στο σχολείο. Κι αυτές οι ώρες παρουσίαζαν γενικά την εικόνα μιας χριστιανικής ζωής μάλλον ευνουχισμένης κι αφυδατωμένης.
 Δεν με τράβηξαν. Όμως κατά καλή τύχη στο κτήμα όπου πέρασα μια χαρούμενη παιδική ηλικία, υπήρχε μια πληθώρα δέντρων που ανάμεσά τους παίζαμε οι φίλοι μου κι εγώ. Τα δέντρα αυτά στάθηκαν η αφορμή που με οδήγησε να πιστέψω στην ύπαρξη του Θεού. Περνούσαμε ώρες ατέλειωτες να χτίζουμε καλύβες ανάμεσά τους και, κάτι σημαντικό για την πνευ­ματική μου πορεία, να κρυβόμαστε αθόρυβα μέσα ή κάτω άπ' αυτές. Ήταν σ' αυτές τις ώρες που Εκείνος γλύστρησε στην καρδιά μου ως σι­ωπηλός Δημιουργός και προστάτης των δέντρων και των ζουζουνιών. Ο Θεός πρωτομίλησε στην παιδική ψυχή μου χωρίς λόγια. Ήταν μόνο αργότερα που κατάλαβα ότι αυτό το σιωπηλό αλλά απέραντο Ον ήταν ο Χριστός.
 Μια μέρα, ήμουν θαρρώ γύρω στα δεκατρία, ανακάλυψα μια ξεχα­σμένηΒίβλο στη βιβλιοθήκη του σαλονιού μας. Άρχισα να τη διαβάζω μυστικά από το φόβο μην πιάσουν και με κοροϊδεύουν οικείοι και φί­λοι. Τα ευαγγέλια, αυτά ειδικά, με συνεπήραν. Και το ερώτημα «ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, ο Ιησούς, που έκανε και έλεγε τόσο θαυμαστά πράγματα;» άρχισε να τριβελίζει το μυαλό μου.
Δεν γνωρίζω τι οδήγησε ένα φί­λο μου μια μέρα, στο μάθημα των Αγγλικών, να γυρίσει να με ρωτή­σει εάν πίστευα στον Χριστό. Απάντησα πως ναι, πίστευα ότι ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος, αλλά και ότι δεν ήμουν βέβαιος εάν ήταν Θεός ή όχι. Πως είχα καταλήξει να θεωρώ ότι αυτό ήταν πραγματικά ένα ση­μαντικό ερώτημα  το εάν δηλαδή είναι Θεός ο Χριστός  δεν το γνωρί­ζω. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι μέσω των ευαγγελίων μιαφωτιά είχε αρχίσει να καίει την καρδιά μου, έτσι που να χρειάζεται να πάρω το κατό­πι αυτόν τον Χριστό για να βρω την απάντηση.
 Μια μέρα, στο διάλειμμα του σχολείου  ήμουν τότε γύρω στα δεκαπέντε  άκουσα να παίζουν τύμπανα. Οδηγημένος από τον ήχο βρέθηκα στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου, γεμάτη από μαθητές που παρακολουθούσαν τον τυμπανιστή. Κάποτε αυτός σταμάτησε κι άρχισε να διηγείται πως είχε γίνει χριστια­νός. Περιέγραψε πως υπήρξε πριν ναρκομανής και βαποράκι και πως ο Χριστός είχε αλλάξει τη ζωή του. Και ξαφνικά, καθώς μιλούσε, είδα μπρός στα μάτια του νου μου το πρόσω­πο ενός ανθρώπου που έλαμπε από φως και θερμή καλοσύνη. Το κατά πόσο ήταν το πρόσωπο του Χριστού ή το πρόσωπο κάποιου που ξεχείλιζε από την αγάπη του Χριστού δεν το γνωρίζω. Είναι πάντως αδιάφορο, δι­ότι το άκτιστο φως που προέρχεται από τον Θεό είναι το ίδιο που πληρεί όλους τους αγίους της Εκκλησί­ας. Από κείνη την ημέρα άρχισα να πιστεύω στον Χριστό ως τον Υιό του Θεού και ως την πλήρη αγαθότητα. Η μνήμη αυτού του απαλού φωτός διατηρήθηκε μέσα μου για πολλά χρόνια τόσο, που να το αναγνωρίσω στις πρώτες εικόνες του Σωτήρα και της Παναγίας, όταν τις πρωτοαντίκρυσα δέκα χρόνια αργότερα.
 Η εμπειρία αυτή πάντως δεν κρά­τησε πάνω από μια στιγμή: Σαν ένα κτύπημα στην πόρτα. Γέμισε την ψυ­χή μου με πόθο για Κείνον, αλλά Εκείνος τότε δεν βρισκόταν πουθε­νά. «Ήνοιξα εγώ τω αδελφιδώ μου· αδελφιδός μου παρήλθε», όπως λέει στο Άσμα Ασμάτων. «Τον ζήτησα μα δεν τον βρήκα». Δεν γνώριζα σε κεί­νο το στάδιο άλλους πιστούς κι έτσιαγωνιζόμουν να βρω το δρόμο ολομόναχος.
 Είναι ίσως δύσκολο για όσους γεννήθηκαν και ανατράφηκαν σε μια ορθόδοξη χώρα να φανταστούν τι συμβαίνει όταν κάποιος επιθυμεί να βρει τον Χριστό, χωρίς τη βοή­θεια του λεπτομερούς και ασφαλούς πνευματικού οδηγού που μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία προσφέρει -χωρίς ν' αναφερθούμε στη χαρά που παρέχεται μέσα από τα μυστήρια. Οι περισσότεροι Νεοζηλανδοί ούτε που έχουν ακούσει για την Ορθόδοξη Εκκλησία, άσε πια να γνωρίζουν τη διδασκαλία της. Έτσι ήταν για μένα μια πορεία κο­πιώδης, με πτώσεις, λάθος επιλογές και όλα τα εμπόδια που οι δαίμονες ρίχνουν στη στράτα κάθε προσκυνη­τή.
 Τελικά, μετά από ένα χρόνο και κυριολεκτικά   μισοπεθαμένος  από την υπερβολική νηστεία κατέληξα να συνδεθώ με την Εκκλησία των Βα­πτιστών. Ήταν ένα εκκλησίασμα φι­λόξενων και αφοσιωμένων πιστών ανθρώπων. Για πρώτη φορά γεύτη­κα τη ζεστασιά της συντροφικότητας, την αγάπη στον Χριστό ανάμεσα σε ομόδοξους. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι η ζωή με τον Χριστό δεν ήταν μια μοναχική, ατομικιστική πορεία μαζί Του, αλλά ένα ταξίδι συντροφιά με άλλους, όπου ο Χριστός, η κεφαλή, δεν μπορούσε να νοηθεί χωριστά από το Σώμα Του.
 Η συντροφικότητα με ομόδοξους και η αγάπη στις Γραφές υπήρξαν οι θετικές εμπειρίες που εβίωσα μέσα στους κύκλους των Ευαγγελικών, όπου κινήθηκα στη συνέχεια. Όμως κάποιες προτεσταντικές δοξασίες με αναστάτωναν: Ο υλικός κόσμος και το ανθρώπινο σώμα δεν φαινόταν να συμμετέχουν στο σχέδιο των πραγ­μάτων. Στις ακολουθίες, η στάση της απλής ακοής ήταν εκείνη που επικρατούσε· ακούγαμε κηρύγματα, ψάλ­λαμε ύμνους κι αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρχαν εικόνες να δει το μάτι και να τις ασπασθεί κανείς, ούτε θυμία­μα να μυρίσει, ούτε θεία κοινωνία να γευτεί. Μολονότι δεν γνώριζα τίποτε απ' όλα αυτά, όπως χρησιμοποιούνται στην Ορθόδοξη λατρεία, ενστικτωδώς αντιλαμβανόμουν ότι αφού ο Θεός μας δημιούργησε με σώμα, θα έπρεπε στις σχέσεις μας μ' Εκείνον κάποιος σημαντικός ρόλος να επιφυλάσσεται για τα σώματά μας.
 Επιπλέον η άποψη της Ευαγγελικής Εκκλησίας περί σωτηρίας φαι­νόταν να περιορίζεται στο να καλείς τον Χριστό στην καρδιά σου και να προσκαλείς τους άλλους να σε μιμηθούν. Ο ασκητικός αγώνας κατά των παθών, η προσευχή  περισσότερο ως επικοινωνία με τον Θεό παρά ως μέσο να επιτύχεις κάτι  η μετάνοια ως μέσο να ομοιωθείς με τον Θεό  αυτά και πολλά άλλα, ουσιώδη στην παραδοσιακή χρι­στιανική διδασκαλία, φαίνονταν να απουσιάζουν.
 Γι' άλλη μια φορά, μολονότι δεν γνώριζα τίποτα γύρω από την Ορθοδοξία και τα διδάγματά της πάνω σ' αυτά τα θέματα, με κατέτρωγε το αίσθημα πως η ζωή με τον Χριστό πρέπει να είναι πιο πλούσια [σημ. εγκόλπιου: Αυτός ο πλούτος της Ορθοδοξίας έναντι των υπολείπων δογμάτων είναι που μας συγκλόνισε όταν μεταστραφήκαμε!], πιο με­γαλόψυχη και συνάμα το αντικείμενο μεγαλύτερου αγώνα απ' αυτόν που φαινόταν να προβάλλει η άποψη της Ευαγγελικής Εκκλησίας. Έδινε την εντύπωση ότι ο Θεός ήταν ένας μάλ­λον αυστηρός εργοδότης πωλητών, που κρατούσε λογαριασμό για το πόσες ψυχές οι πωλητές Του έσωζαν κάθε χρόνο. Αυτή η κάπως παραλ­λαγμένη εικόνα τού θεού με οδήγησε στο να εγκαταλείψω την επιθυμία μου ν' ασχοληθώ με τις τέ­χνες, για να κάνω κά­τι «χρήσιμο», όπως να διδάξω μαθημα­τικά.
 Η αναζήτηση μιας περισσότερο αυθεντικής πίστης με οδήγησε στη συνέχεια σε μια Αγγλικανική ενορία, η οποία χρησιμοποιούσε μια μορφή λατρείας εγγύτερης προς την Ορθοδοξία, όπως ανακάλυψα αργότερα. Άνηκε στον κλάδο της (High Church) Υψηλής Εκκλησί­ας του Αγγλικανισμού, οι ιερείς εκεί, πιο παραδοσιακοί, εδίδασκαν ότι ο Θεός για ν' αποκαλυφθεί σε μας, χρησιμοποιεί στη λατρεία το κάλλος. Υπήρχε θυμίαμα στις ακολουθίες και μερικές απεικονίσεις αγίων περισσό­τερο σε μορφή αγαλμάτων παρά εικόνων. Μας εδίδασκαν πως τα Θεία Δώρα πράγματι μετουσιώνονταν σε Αίμα και Σώμα Χριστού. Αυτά και άλ­λα με ενεθάρρυναν να πιστέψω ότι ο Χριστός ήταν η πηγή κάθε αληθινού κάλλους και ότι η άσκηση και η προ­σευχή είναι μέσα με τα οποία αποκαλύπτουμε την όμορφη εικόνα του Θεού εντός μας.
 Ενθαρρυμένος άπ' αυτή τη «νέα» θεολογία του θείου κάλλους, εγκατέλειψα τα καθηγητικά καθήκοντα για να κάνω μια καινούρια αρχή ως γλύπτης. Μέσα σ' ένα χρόνο, δου­λεύοντας πλήρες ωράριο, κατόρθωσα να ζω από τη γλυπτική. Έτσι υπηρετώντας τον Χριστό με κάτι που μ' ευχαριστούσε και ταίριαζε στα ταλέν­τα μου, είδα διαφορετικά την εικόνα που είχα για τον Θεό: Ενώ πιο πριν νόμιζα ότι η αγάπη Του για τον άν­θρωπο ήταν κάτι περίπου θολό και απρόσωπο  μια μακρινή αγάπη για την ανθρωπότητα γενικώς  άρχισα να κατανοώ ότι αυτή η αγάπη ήταν στην πραγματικότητα βαθύτατα επικεντρωμένη, εξατομικευμένη. Άρχισα να κατανοώ ότι αγαπά τα πρόσω­πα κι όχι τη φύση του ανθρώπου και πως έτσι εκφράζει την αγάπη του με τρόπο μοναδικό για κάθε μοναδικό πρόσωπο.
 Η γλυπτική υπήρξε συνάμα το αστέρι που με οδήγησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Μέσω της μελέτης για την τέχνη και του γλυπτικού έρ­γου και μέσω μιας αυξανόμενης επιθυμίας να προσεύχομαι περισσότερο εις βάθος, άρχισα σταδιακά να συνει­δητοποιώ ότι η αληθινή ζωή πρέπει να είναι ένα πάντρεμα φωτός και όγκου και κατ' επέκταση πνεύματος και ύλης, Δημιουργού και δημιουρ­γίας. Αυτή η διαίσθηση με βοήθησε να αναγνωρίσω την αλήθεια της Ορθοδοξίας, όταν κάποια στιγμή τη συ­νάντησα στο δρόμο μου. Αλλά πάλι ας πιάσω από την αρχή.
 Αισθάνθηκα πως ήταν προτιμότε­ρο να αρχίσω τη γλυπτική με κάτι χει­ροπιαστό, το ανθρώπινο σώμα. Μετά από κάμποσο καιρό, ακολουθώντας αυτή την τακτική και επηρεαζόμενος από τον Μιχαήλ Άγγελο και τον Αύγουστο Ροντέν, άρχισα να πειραματί­ζομαι με τρόπους που άπτονται της πνευματικής διαστάσεως του ανθρώπινου προσώπου.  Επιμηκυμένα έργα από καλλιτέχνες όπως ο Μοντιλιάνι και ο Τζιακόμπι με επηρέασαν πολύ σ' αυτό το στάδιο, καθώς και τα ανάγλυφα έργα από την αρχαία Αίγυπτο και πρωτόγονους πολιτισμούς. Σ' αυτό το τρίτο στάδιο προσπάθησα να συζεύξω αυτά τα δυο στοιχεία, το εξωτερικό με το εσωτερικό, την πρά­ξη με την ουσία, την ύλη με το φως. Σ' αυτήν ακριβώς τη συγκυρία ένας φίλος μού πρότεινε να επισκεφτώ κάποιο ορθόδοξο κελλί, όπου ζούσαν δύο Νεοζηλανδοί μοναχοί.
 Έχοντας δει τα εικονίσματα που υπήρχαν σ' αυτό το κελλί, πίστευα ότι οι εικόνες πετύχαιναν εκείνο που προσπαθούσα να κατορθώσω με τη γλυπτική μου  και μάλιστα το είχαν πετύχει από αιώνες ήδη. Μ' αυτό κα­τά νου και με την ελπίδα ότι οι μο­ναχοί του κελιού θα μπορούσαν να με βοηθήσουν στην αναζήτησή μου για βαθύτερη προσευχή, οδηγήθηκα να μεί­νω στη Μονή για μία εβδομάδα.
 Μολονότι δεν γνώριζα απολύτως τίποτε για την Ορθοδοξία, η επίσκεψη εκείνη υπήρξε ένας πραγματικός νόστος. Το κάθε τι ερχόταν να ανταποκριθεί στα μύχια της υπάρξεως μου, σε ό,τι αποτελούσε την εικόνα του Θεού. Οι εικόνες τόσο όμορφα συν­ταίριαζαν το φως, το άκτιστο φως, με την κτιστή ύλη.
 Ακόμη και η ταπεινή ζωή των μοναχών ακτινοβολούσε αυτό το γεγονός. Χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να δικαιολογηθούν, «χαρά­μιζαν» ώρες ολόκληρες κάθε μέρα μέσα στο ναό λατρεύοντας τον Θεό. Και μετά η καθημερινή εργασία  το άρμεγμα των αγελάδων, το μαγεί­ρεμα, η εικονογραφία  ακολουθούσαν ως προέκταση και όχι ως διακοπή μιας ζωής μέσα στην πα­ρουσία του Θεού. Υπήρχαν, βέβαια, ανθρώπινες αδυναμίες  ο π. Νικό­λαος επί παραδείγματι δεν διακρι­νόταν για την καλλιφωνία του στην ψαλτική. Αυτό όμως απεδείκνυε ότι εκείνο που ομορφαίνει τη ζωή ήταν τελικά η παρουσία του Άλλου και όχι η ανθρώπινη επιδεξιότητα.
 Σχετικά με την προσευχή, οι μοναχοί με εισήγαγαν σε επιλογές από ένα απέραντο σώμα ασκητικής φιλολογίας που αντιπροσωπεύει την αδιάσπαστη παράδοση της Εκκλησίας: Τη Φιλοκαλία, τις Περιπέτειες ενός προσκυνητήκαι άλλα βιβλία. Τα κείμενα αυτά εξηγούν πως μέσω της ζωής στην Εκκλη­σία και με την ειλικρινή μετάνοια μπορεί κανείς να γνωρίσει τον Θεό όχι τόσο ως ένα Όν απόμακρο, αλλά ενυπάρχον στα τρίσβαθα της ύπαρξής του, στο κέντρο της καρδιάς του. Έμαθα πως αφού έχουμε δημιουργηθεί ως εικόνα Θεού, ο Χριστός αποτελεί το αρχέτυπό μας.
 Τα βιβλία αυτά, γραμμένα από αναρίθμητους αγίους στο πέρασμα των αιώνων, καθώς και οι πολλές εικόνες στο μοναστήρι, μού έδειξαν επιπλέον πόσο χειροπιαστή είναι η κοινωνία των αγίων μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο Χριστός είναι ο Θεός των ζώντων. Ύπ' αυτή την έννοια και μέσω του Βαπτίσματος και του Χρίσματος που έλαβα τελικά από την Εκκλησία, άρχισα να καταλαβαίνω λίγο το νόημα της τριαδικότητας του Θεού. Μέσω της κοινωνίας της Εκκλησίας, άρχισα να συνειδητοποιώ λίγο τη θεία κοι­νωνία της Αγίας Τριάδος. Μολονότι ως Αγγλικανός είχα δι­δαχτεί ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, δεν είχαμε πραγματικά διδαχτεί το πως αυτό συνέβαινε. Ήταν φοβερό να συνειδητοποιήσει κανείς πως ήταν ένα μέλος της Τριάδας που έγινε άνθρωπος, υπέφερε και θανατώθηκε. Και δεν ήταν λιγότερο φοβερό να πληροφορηθεί ότι όταν ηγέρθη και ανελήφθη στους ουρανούς, το έκανε με την ανθρώπινη φύση μας. Κι έτσι εξηγείται πως για μένα, ελάχιστα χωρία απαντούν καλύτερα στο ερώτημα του Χριστού (τίνα με λέγουσιν.. από την ακόλουθη προσευχή που υπάρχει στη Θεία Λειτουργία:
Εν τάφω σωματικώς,εν Άδου δε μετά ψυχής, ως Θεός, εν παραδείσω δε μετά ληστού και εν θρόνω υπήρχες, Χριστέ, μετά Πατρός και Πνεύματος, πάντα πληρών ο απερίγραπτος Τροπάριο αναστάσιμο

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Αγγλικανός Ιερέας-Καθηγητής προσχωρεί στην Ορθοδοξία



blog counter



του Πρωτοπρεσβυτέρου Δρ Ιωάννη Μεσολωρά, Εφημερίου Ι. Ν. Αγίου Σπυρίδωνος Αργοστολίου

Στο τελείωμα του χρόνου την 31 Δεκεμβρίου του 2011 ο Wayne Burke τελείωνε τη θητεία του στην Αγγλικανική Εκκλησία και η 1 Ιανουαρίου 2012 τον βρήκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Εγκριθείσης της αιτήσεώς του για εισδοχή στην Ορθόδοξη Εκκλησία από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κεφαλληνίας κ. Σπυρίδωνα και κατηχηθείς υπό του Πρωτοπρεσβυτέρου Δρoς Ιωάννου Μεσολωρά εχρίσθη υπό του ιδίου δι΄ Αγίου Μύρου στον Ιερό Ναό Αγίου Σπυρίδωνος Αργοστολίου το εσπέρας της 31ης Δεκεμβρίου 2011 και την 1η Ιανουαρίου του 2012 στον ίδιο Ναό δέχθηκε την πρώτη του Θ. Κοινωνία.

Ο Wayne βαπτίστηκε νήπιο στην Επισκοπελιανή Εκκλησία του Σαν Φραντζίσκο της Καλιφόρνιας. Υπηρέτησε σαν παπαδοπαίδι και μέλος εκκλησιαστικής συμφωνικής χορωδίας. Πήρε πτυχίο και μεταπτυχιακό στην επικοινωνιακή ρητορική στο πανεπιστήμιo του Σαν Φραντζίσκο και διδακτορικό στο πανεπιστήμιο του Cardiff της Ουαλίας. Τις θεολογικές και ιερατικές του σπουδές, προκειμένου να χειροτονηθεί ιερέας, τις έκανε στο St. Stephen’s House της Οξφόρδης. Έγινε και αναγνώστης της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Στην Οξφόρδη γνώρισε τον Ορθόδοξο Επίσκοπο και καθηγητή στο εκεί Πανεπιστήμιο Κάλλιστο Ware του οποίου και μελέτησε τα περίφημα βιβλία: The Orthodox Church, The Orthodox Way και Lenten Triodion. Η Αγγλικανική εκκλησία του πρότεινε να γίνει ιερέας πράγμα που απεδέχθη, ζήτησε όμως να κάνει την πρακτική του στην Ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Τριάδος στην Οξφόρδη, όπως και έγινε. Εδώ έμαθε πολλά για την Ορθόδοξη λατρεία και την εκκλησιαστική Μουσική.

Εν συνέχεια διάκονος και ιερέας της Αγγλικανικής εκκλησίας χειροτονήθηκε από τον Επίσκοπο Γιβραλτάρ Geoffrey Rowell και υπηρέτησε ως αναγνώστης, διάκονος και ιερέας στην Αγγλικανική Εκκλησία του St. Paul’s στην Αθήνα. Εδώ έρχεται σε επαφή στο Αγιορείτικο Μετόχι της Αναλήψεως στο Βύρωνα με τον Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαο στην πνευματική καθοδήγηση του οποίου τον είχε αναθέσει ο Αγγλικανός Επίσκοπoς τοῡ Γιβραλτάρ.

Ο Wayne υπήρξε μέλος του Αγγλικανικού–Ορθοδόξου Διαλόγου, ιδρυτικό μέλος της Κοινότητος του St. Alban και St. Sergius στην Αθήνα, συμμετείχε σε μία αποστολή στον Οικουμενικό Πατριάρχη της Leadership 100 society της Αμερικής. Σήμερα διδάσκει Ρητορική και επικοινωνία στο DEREE, το Αμερικανικό Κολλέγιο της Αθήνας.

Είναι νυμφευμένος με ορθόδοξο γάμο (του μυστηρίου τελεσθέντος υπό του υποφαινομένου και του π. Χαραλ. Χαρίτου στα Σπήλια Κεφαλλονιάς) με την Κεφαλλονίτισα φιλόλογο καθηγήτρια Άννα- Μαρία Κωνσταντάκη και έχουν μία θυγατέρα την Μαρία – Ουρανία. Έτσι γνώρισε και τον Άγιο Γεράσιμο, ο οποίος σε κάποια κρίσιμη στιγμή της ζωής του παρουσιάστηκε στο όνειρό του συνοδευόμενος από μία καλόγρια, του έτεινε το χέρι και τον κάλεσε κοντά του. Η πρόσκληση του «των Ορθοδόξων προστάτη» Αγίου Γερασίμου έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην τελική του απόφαση να εγκαταλείψει την Αγγλικανική εκκλησία, της οποίας παρακολουθούσε με θλίψη την συνεχή «απόκλιση από την παράδοση», και να ζητήσει καταφύγιο στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Η τελετή της εισδοχής έγινε στην Εκκλησία μου του Αγίου Σπυρίδωνος Αργοστολίου στα αγγλικά από το SERVICE BOOK OF THE HOLY ORTHODOX-CATHOLIC APOSTOLIC CHURCH της Antiochian Orthodox Christian Archdiocese of New York and all North America και περιλαμβάνει δυό μέρη: Την Ακολουθία Αποδοχής-«The office for receiving into the Orthodox faith such persons as have not previously been Orthodox» και την Ακολουθία του Χρίσματοs - «The office of Anointment with the Holy Chrism into the Orthodox faith of those who have been converted and have united themselves with the Holy Orthodox - Catholic Church of the East». Στο πρώτο μέρος ο υποψήφιος ευρισκόμενος προς την είσοδο του Ναού, ερωτάται εάν απορρίπτει τις εσφαλμένες διδασκαλίες της Ομολογίας εις την οποίαν ανήκε και εάν επιθυμεί να εισέλθει και να παραμείνει στην Ορθόδοξη πίστη. Μετά την καταφατική του απάντηση δέχεται ευχή υπό του τελετουργού θέτοντος την χείρα του επί της κεφαλής του. Και πάλιν ερωτάται αν επιθυμεί την ένωσή του με την Ορθόδοξη πίστη και απαγγέλλει το Σύμβολο της Πίστεως μετά το οποίο ο τελετουργός αναφωνεί: «Ευλογητός ο Θεός ο φωτίζων και αγιάζων πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Εν συνέχεια ο Ιερουργός του θέτει ερωτήσεις περί το δόγμα, την παράδοση και την τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τον ερωτᾱ εάν τα δέχεται. Μετά την κατάφασή του κρατώντας με το δεξί του χέρι την άκρη του Επιτραχηλίου του Ιερουργού εισέρχεται μετ’ αυτού στο Ναό ενώπιον τραπεζίου στο οποίο έχει τεθεί το ιερόν Ευαγγέλιο, του Ιερουργού προσκαλούντος τον ως εξής: «Enter thou the Orthodox Church; And cast away all the errors and false doctrines wherein thou dwelt: and honour the Lord God, the Father Almighty, and his Only-begotten Son Jesus Christ, and the Holy Spirit, one true and living God, the Holy Trinity, one in Essence and inpisible», ενώ ψάλλεται ο 66ος ψαλμός «Ο Θεός οικτειρήσαι ημάς,…» μετά από τον οποίο ο ιερουργός απαγγέλει προσφυείς στην περίπτωση ψαλμικούς στίχους. Ο υποψήφιος γονατίζει έμπροσθεν του Ευαγγελίου και ο ιερουργός απαγγέλει μία θαυμάσια ευχή με μεγάλη κατάνυξη. Στην φράση: « …and dost show unto them that have wandered from the truth the right path unto knowledge of the only true God …»Ο πλανημένος και περιπλανώμενος Wayne ένοιωσε, όπως μου είπε, ευγνωμοσύνη και αγαλλίαση που τώρα περπατά τον δρόμο της αλήθειας του μόνου αληθινού Θεού. Και στην πιο κάτω φράση: «…thou hast graciously enabled him to have recourse unto thy Holy Apostolic Orthodox-Catholic Church» ένοιωσε την απανεμιά στην αγκαλιά της Ορθόδοξης–Καθολικης Εκκλησίας. Κατόπιν ανιστάμενος ο υποψήφιος υπόσχεται ότι την αληθινή πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας θα κρατήσει ακεραία και θα την ομολογεί πλήρη μέχρι τελευταίας του αναπνοής. Ο Ιερουργός επιλέγει το: «Ευλογητός ο Θεός ο πάντας ανθρώπους θέλων σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθεῑν» και διαβάζει στον γονατισμένο υποψήφιο συγχωρητική των αμαρτιών του ευχή.

Ακολουθεί με το «Ευλογητός…» και το «Βασιλεύ ουράνιε» η ακολουθία του Χρίσματος η οποία περιλαμβάνει τα «Ειρηνικά», την ευχή «Ευλογητός ει Κύριε, ο Θεός ο Παντοκράτωρ…» από την Ακολουθία του Βαπτίσματος, την Χρίση, μία ακόμη μικρή ευχή, την απόλουση, το «Εδικαιώθης, εφωτίσθης, ηγιάσθης … εχρίσθης δι Αγίου Χρίσματος…», μία μικρή ευχή μυστικώς, λεγόμενη από τον Ιερουργό, το «Ελέησον ημάς ο Θεός…» και την Απόλυση.

Ανάδοχος παρέστη η κυρία Ελένη Κωνσταντάκη και στον Wayne δόθηκε, κατά την επιθυμία του, και το όνομα Γεράσιμος. Ας αποδειχθεί άξιος της μεγάλης ταύτης χάριτος.








Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

How an Icon Brought a Calvinist to Orthodoxy



blog counter


By Robert K. Arakaki
A Journey to Orthodoxy
It was my first week at seminary. Walking down the hallway of the main dorm, I saw an icon of Christ on a student’s door. I thought:
“An icon in an evangelical seminary?! What’s going on here?”
Even more amazing was the fact that Jim’s background was the Assemblies of God, a Pentecostal denomination. When I left Hawaii in 1990 to study at Gordon-Conwell Theological Seminary, I went with the purpose of preparing to become an evangelical seminary professor in a liberal United Church of Christ seminary. The UCC is one of the most liberal denominations, and I wanted to help bring the denomination back to its biblical roots. The last thing I expected was that I would become Orthodox.
Called by an Icon
After my first semester, I flew back to Hawaii for the winter break. While there, I was invited to a Bible study at Ss. Constantine and Helen Greek Orthodox Church. At the Bible study I kept looking across the table to the icons that were for sale. My eyes kept going back to this one particular icon of Christ holding the Bible in His hand. For the next several days I could not get that icon out of my mind.
I went back and bought the icon. When I bought it, I wasn’t thinking of becoming Orthodox. I bought it because I thought it was cool, and as a little gesture of rebellion against the heavily Reformed stance at Gordon-Conwell. However, I also felt a spiritual power in the icon that made me more aware of Christ’s presence in my life.
In my third year at seminary, I wrote a paper entitled, “The Icon and Evangelical Spirituality.” In the paper I explored how the visual beauty of icons could enrich evangelical spirituality, which is often quite intellectual and austere. As I did my research, I knew that it was important that I understand the icon from the Orthodox standpoint and not impose a Protestant bias on my subject. Although I remained a Protestant evangelical after I had finished the paper, I now began to comprehend the Orthodox sacramental understanding of reality.
After I graduated from seminary, I went to Berkeley and began doctoral studies in comparative religion. While there, I attended Ss. Kyril and Methodios Bulgarian Orthodox Church, a small parish made up mostly of American converts. It was there that I saw Orthodoxy in action. I was deeply touched by the sight of fathers carrying their babies in their arms to take Holy Communion and fathers holding their children up so they could kiss the icons.
The Biblical Basis for Icons
After several years in Berkeley, I found myself back in Hawaii. Although I was quite interested in Orthodoxy, I also had some major reservations. One was the question: Is there a biblical basis for icons? And doesn’t the Orthodox practice of venerating icons violate the Ten Commandments, which forbid the worship of graven images? The other issue was John Calvin’s opposition to icons. I considered myself to be a Calvinist, and I had a very high regard for Calvin as a theologian and a Bible scholar. I tackled these two problems in the typical fashion of a graduate student: I wrote research papers.
In my research I found that there is indeed a biblical basis for icons. In the Book of Exodus, we find God giving Moses the Ten Commandments, which contain the prohibition against graven images (Exodus 20:4). In that same book, we also find God instructing Moses on the construction of the Tabernacle, including placing the golden cherubim over the Ark of the Covenant (Exodus 25:17–22). Furthermore, we find God instructing Moses to make images of the cherubim on the outer curtains of the Tabernacle and on the inner curtain leading into the Holy of Holies (Exodus 26:1, 31–33).
I found similar biblical precedents for icons in Solomon’s Temple. Images of the cherubim were worked into the Holy of Holies, carved on the two doors leading into the Holy of Holies, as well as on the outer walls around Solomon’s Temple (2 Chronicles 3:14; 1 Kings 6:29, 30, 31–35). What we see here stands in sharp contrast to the stark austerity of many Protestant churches today. Where many Protestant churches have four bare walls, the Old Testament place of worship was full of lavish visual details.
Toward the end of the Book of Ezekiel is a long, elaborate description of the new Temple. Like the Tabernacle of Moses and Solomon’s Temple, the new Temple has wall carvings of cherubim (Ezekiel 41:15–26). More specifically, the carvings of the cherubim had either human faces or the faces of lions. The description of human faces on the temple walls bears a striking resemblance to the icons in Orthodox churches today.
Recent archaeological excavations uncovered a first-century Jewish synagogue with pictures of biblical scenes on its walls. This means that when Jesus and His disciples attended the synagogue on the Sabbath, they did not see four bare walls, but visual reminders of biblical truths.
I was also struck by the fact that the concept of the image of God is crucial for theology. It is important to the Creation account and critical in understanding human nature (Genesis 1:27). This concept is also critical for the understanding of salvation. God saves us by the restoration of His image within us (Romans 8:29; 1 Corinthians 15:49). These are just a few mentions of the image of God in the Bible. All this led me to the conclusion that there is indeed a biblical basis for icons!
What About Calvin?
But what about John Calvin? I had the greatest respect for Calvin, who is highly regarded among Protestants for his Bible commentaries and is one of the foundational theologians of the Protestant Reformation. I couldn’t lightly dismiss Calvin’s iconoclasm. I needed good reasons, biblical and theological, for rejecting Calvin’s opposition to icons.
My research yielded several surprises. One was the astonishing discovery that nowhere in his Institutes did Calvin deal with verses that describe the use of images in the Old Testament Tabernacle and the new Temple. This is a very significant omission.
Another significant weakness is Calvin’s understanding of church history. Calvin assumed that for the first five hundred years of Christianity, the churches were devoid of images, and that it was only with the decline of doctrinal purity that images began to appear in churches. However, Calvin ignored Eusebius’s History of the Church, written in the fourth century, which mentions colored portraits of Christ and the Apostles (7:18). This, despite the fact that Calvin knew of and even cited Eusebius in his Institutes!
Another weakness is the fact that Calvin nowhere countered the classic theological defense put forward by John of Damascus: The biblical injunction against images was based on the fact that God the Father cannot be depicted in visual form. However, because God the Son took on human nature in His Incarnation, it is possible to depict the Son in icons.
I was surprised to find that Calvin’s arguments were nowhere as strong as I had thought. Calvin did not take into account all the biblical evidence, he got his church history wrong, and he failed to respond to the classical theological defense. In other words, Calvin’s iconoclasm was flawed on biblical, theological, and historical grounds.
In my journey to Orthodoxy, there were other issues I needed to address, but the issue of the icon was the tip of the iceberg. I focused on the icon because I thought that it was the most vulnerable point of Orthodoxy. To my surprise, it was much stronger than I had ever anticipated. My questions about icons were like the Titanic hitting the iceberg. What looked like a tiny piece of ice was much bigger under the surface and quite capable of sinking the big ship. In time my Protestant theology fell apart and I became convinced that the Orthodox Church was right when it claimed to have the fullness of the Faith.
I was received into the Orthodox Church on the Sunday of Orthodoxy in 1999. On this Sunday the Orthodox Church celebrates the restoration of the icons and the defeat of the iconoclasts at the Seventh Ecumenical Council in AD 787. On this day, the faithful proclaim,
“This is the faith that has established the universe.”
It certainly established the faith of this Calvinist, as the result of the powerful witness of one small icon!


Read more: How an Icon Brought a Calvinist to Orthodoxy : Journey To Orthodoxy 

AΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ «ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ» ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2020 ΚΑΙ 2021.

blog counter Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί «ο Χριστός είη εν τω μέσω ημών». Ευχαριστηριακές δοξολογίες οφείλουμε στον «ενανθρωπήσαντα» Θεό μας...