Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Ορθοδοξία και Βουδισμός



blog counter



Οι θρησκείες της Ανατολής πάντα ασκούσαν μιά ιδιαίτερη γοητεία στον Δυτικό κόσμο χάρις στον εξωτισμό των εξωτερικών τους στοιχείων. Δεν θα’ναι όμως παρά στον 20ο αι., όταν για πρώτη φορά η Δύση θα έρθει σε άμεση επαφή με αυτές λόγω της έναρξης της «ιεραποστολικής» δραστηριότητας διαφόρων Ανατολιτών «διδασκάλων» που έρχονταν για να αναπληρώσουν το πνευματικό κενό που είχε δημιουργήσει ο «Χριστιανισμός» της Δύσης (Παπισμός- Προτεσταντισμός) σε Αμερική καιΕυρώπη. Σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι τόσο μιά θρησκειολογική μελέτη του Βουδδισμού, όσο το να δείξουμε το ασυμβίβαστο στην πίστη μεταξύ αυτού και της Ορθοδοξίας. Τέλος να τονίσουμε ότι ο Βουδδισμός είναι άθεος αφού για το φιλοσοφικό σύστημα αυτό δεν υπάρχει Θεός!

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ
Ο Βουδδισμός είναι ένα από τα αρχαιότερα θρησκεύματα καθώς δημιουργήθηκε τον 6ο αι. π.Χ. Με τον όρο αυτό περιγράφουμε «ένα ευρύ φάσμα θρησκευτικών δοξασιών, φιλοσοφικών αρχών, εθίμων, θεσμών και ηθικών κανόνων που αποδίδονται στον Βούδδα». Αυτό είναι το προσωνύμιο που δόθηκε στον ιδρυτή της εν λόγω θρησκείας, τον Σιντάρτα Γκαουτάμα (περ. 563- 483 π.Χ.), ένα πρίγκηπα του βασιλείου των Σάκκυας, που βρισκόταν στα σύνορα Ινδίας-Νεπάλ.
Σε βρεφική ηλικία μένει ορφανός από μητέρα και έτσι ανατρέφεται πλέον από τον βασιλιά και πατέρα τουSuddhodana καθώς και από την θεία του. Όταν φθάνει στα 16, παντρεύεται και αποκτά ένα γιο. Ο πατέρας του φρόντιζε διαρκώς να μην λείψει τίποτε από τον μέλλοντα διάδοχό του καλλιεργώντας παράλληλα και μία ψεύτικηεικόνα για τη ζωή, δηλαδή ως μιά πορεία δίχως πόνο και φθορά.

Σε ηλικία, όμως, 29 ετών, ο Σιντάρτα ανακαλύπτει την πραγματικότητα όταν για πρώτη φορά αντικρύζει ένα γερασμένο άνδρα, έναν άρρωστο, ένα πτώμα σε αποσύνθεση αλλά και έναν ασκητή. Όλα αυτά προβληματίζουν έντονα τον νεαρό πρίγκηπα οδηγώντάς τον στη σκέψη πως οι υλικές απολαύσεις δεν μπορεί να είναι ο αληθινός σκοπός του ανθρώπου. Έτσι, εγκαταλείπει το παλάτι και την οικογένειά του και πηγαίνει σε άλλες περιοχές για να ζήσει ασκητικά, καθώς, όπως πίστευε, έτσι θα μπορούσε να υπερβεί τον πόνο, την φθορά και τον θάνατο. Ενδύεται τον μοναχικό μανδύα και γίνεται μαθητής φιλοσόφων. Συναναστρεφόταν με ασκητές συζητώντας για τις αιτίες των θλίψεων. Λόγω εξαντλήσεως, αφήνει την νηστεία και αναζητά άλλη οδό ασκήσεως, την εσωτερική που συνίσταται από πνευματικές στερήσεις και αγώνες κατά των επιθυμιών και των αισθημάτων. Στο 7ο έτος των ασκητικών του αγώνων πέφτει σε έκσταση και οδηγείται σταδιακώς εντός 7 ημερών στην ύψιστη ηρεμία και αυτομακαριότητα (nirvana), γευόμενος την ευδαιμονία της «σωτηρίας». Γίνεται δε βούδδας (Buddha= φωτισμένος, τέλειος, ύψιστος), μόλις λαμβάνει γνώση των 4 ευγενών αληθειών. Μετά από σχετική παράκληση του θεού Βράχμα Suhabati, ξεκινά ιεραποστολή σε ηλικία 36 ετών από το Benares Ινδίας και φθάνει και στην πόλη του. Πλήθος κόσμου τον υποδέχεται όπου πηγαίνει. Πεθαίνει στην πόλη Kusimara ενώ σύμφωνα με σχετικές παραδόσεις θαύματα (σεισμός κλπ.) συνοδεύουν το θάνατό του.

Ο Βουδδισμός διαιρείται σε τρείς βασικές σχολές, η κάθε μία δε εξ αυτών υποδιαιρείται σε επιμέρους κλάδους. Οι κύριες σχολές, λοιπόν, είναι 1ον) η Χιναγιάνα (Hinayana= Μικρό όχημα) ή αλλιώς Τεραβάντα (Theravada), 2ον) η Μαχαγιάνα (Mahayana= Μεγάλο όχημα) και 3ον) η Βατζραγιάνα (Vajrayana= Διαμαντένιο όχημα) που ταυτίζεται με τον Ταντρισμό (Tantrayana). Αυτές οι σχολές διαφέρουν μεταξύ τους σε ορισμένα σημεία, ωστόσο, όλες συμφωνούν στις θεμελιώδεις διδασκαλίες. Άς δούμε ποιές είναι αυτές:
1. Στον Βουδδισμό δεν υπάρχει προσωπικός Θεός-δημιουργός του κόσμου, γι’αυτό και έχει χαρακτηριστεί ως «θρησκεία χωρίς θεό». Έτσι, στη θέση του Δημιουργού του σύμπαντος βρίσκονται αιτίες και καταστάσεις που προέκυψαν συν τω χρόνω. Είναι χαρακτηριστικό πως η σύλληψη της έννοιας «Θεός» (όπως και η ψυχή) θεωρείται υλοποίηση σχετικής φαντασίας του ανθρώπινου νου.
Στην Ορθοδοξία πιστεύουμε σ’ ένα προσωπικό Θεό που δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο από το περίσσευμα της αγάπης Του. Επιπλέον, γνωρίζουμε ότι μεταξύ Θεού και ανθρώπου υπάρχει μεγάλο χάσμα καθώς ο μεν Θεός είναι άκτιστος, ο δε άνθρωπος κτιστός. Όσα δε γνωρίζει ο άνθρωπος για τον Θεό προέρχονται από την αυτοαποκάλυψή Του.

2. Ο Βούδδας- ο ιδρυτής του Βουδδισμού- θεωρείται συνήθως ως ένας άνθρωπος που πέτυχε τον φωτισμό (nirvana) και μπορεί πλέον να καθοδηγήσει τον απλό άνθρωπο στην οδό της αυτοσωτηρίας. Άλλη εκδοχή μιλάει για τον Αιώνιο Βούδδα ως ένα ον χωρίς αρχή και τέλος, δηλαδή κάτι αντίστοιχο του Θεού.
Ο Χριστός, ως ιδρυτής της Εκκλησίας, γνωρίζουμε πως ήταν ο Θεάνθρωπος, το β’ πρόσωπο της Αγ. Τριάδος που σαρκώθηκε και απετέλεσε το ιστορικό πρόσωπο Ιησούς από την Ναζαρέτ. Για τους πιστούς, Αυτός είναι ο μόνος που μπορεί να συντελέσει στην σωτηρία του ανθρώπου.


3. Απόλυτος σκοπός της ζωής για τους βουδδιστές είναι η επίτευξη του φωτισμού και της αυτομακαριότητας (nirvana), ώστε να σταματήσει ο κύκλος των μετενσαρκώσεων (samsara) που αποτελεί ένα μαρτύριο. Για να το επιτύχουν αυτό πρέπει να ξεριζώσουν την δίψα για ζωή χρησιμοποιώντας τον διαλογισμό και γενικά υιοθετώντας έναν ασκητικό τρόπο ζωής. Πιστεύουν δε ότι ο καθένας μόνος του πρέπει να τα καταφέρει, αφού δεν αναμένουν βοήθεια από κάποιο υπέρτατο Ον.
Κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, σκοπός της ζωής μας είναι η κατά χάριν θέωση, δηλαδή η (συμ-)μετοχή μας στις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Αυτό επιτυγχάνεται όταν καθαρισθεί η καρδιά από τα πάθη, έλθει ο φωτισμός του Αγ. Πνεύματος ώστε να γίνει δεκτική στην χάρη του Θεού. Το μέσο, λοιπόν, εδώ είναι η άσκηση στο να απαρνηθούμε το δικό μας θέλημα και να πορευόμαστε με βάση το Θείο Θέλημα. Σημειωτέον, πως τίποτε δεν μπορεί να γίνει χωρίς την βοήθεια του Θεού.

4. Η διδασκαλία του Βουδδισμού για την μετά θάνατον κατάσταση συνοψίζεται στον όρο samsara, δηλαδή τον αέναο κύκλο μετενσαρκώσεων στον οποίο υπόκεινται όλα τα όντα (άνθρωπος-ζώα-θεότητες κ.ά.) μέχρι να επιτύχουν τον φωτισμό. Η αιτία γι’ αυτή τη διαδικασία βρίσκεται στην συσσώρευση του κάρμα. Ο όρος αυτός σημαίνει την δύναμη που διαμορφώνεται σαν αποτέλεσμα κάθε πράξης. Αναλόγως της δε ποιότητάς της επιδρά θετικά ή αρνητικά στο μέλλον.
Οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι μετά τον θάνατο η ψυχή προγεύεται την κατάσταση στην οποία θα βρεθεί μαζί με το πνευματοποιημένο σώμα της μετά την Β’ Παρουσία του Χριστού. Στην Αγ. Γραφή είναι γραμμένο πως μία φορά πεθαίνει ο άνθρωπος, μετά δε ακολουθεί η Κρίση, δηλαδή ο έλεγχος των πράξεών του από τον Θεό. Ζωτικής σημασίας για το πού θα ενταχθεί ο καθένας μας είναι η μετάνοια. Αυτή η προοπτική ωστόσο αφορά μόνο τον άνθρωπο και όχι την άλογη κτίση (δηλαδή τα ζώα ή τα φυτά).
Επιμέλεια: Χρήστος Τσεκούρας - Πτυχ. Φιλοσοφικής
----------------
ΕΣΥ τ. 50, Περιοδικό για νέους με άποψη, ΣΤΗΛΗ: Αντιαιρετικά
ISSN: 1791-5414, Νοεμ - Δεκ. 2007, TPIKOPΦO ΦΩKIΔOΣ 330 56 EYΠAΛIO
e-mail: 
esy@freemonks.gr

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Χριστός, το αιώνιο ΤΑΟ



blog counter


Ένας από τους σημαντικότερους προφήτες του προχριστιανικού κόσμου, στα πέρατα της ανατολής, υπήρξε, καθώς φαίνεται, και ο μεγάλος πνευματικός δάσκαλος της Κίνας Λάο Τζου (Lao Tzu), γνωστός στην ελληνική βιβλιογραφία ως Λάο Τσε.
Τον 20ό αιώνα, καθώς οι χριστιανοί συναντήθηκαν με την κινέζικη σκέψη, η προσφορά του Λάο Τσε αξιολογήθηκε από τους σύγχρονους συνεχιστές της αρχαίας και αυθεντικής χριστιανικής παράδοσης και εκτιμήθηκε βαθιά. Ο πρώτος σχεδόν που το συνειδητοποίησε ήταν ο ορθόδοξος Αμερικανός διδάσκαλος π. Σεραφείμ Ρόουζ (1931-1982), γνώστης της κινέζικης γλώσσας, προσεχτικός μελετητής της ανατολικής φιλοσοφίας και βοηθός στην αγγλική μετάφραση του Ταό Τε Κινγκ από τον Κινέζο καθηγητή του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας Τζι Μινγκ Τσιεν.
Ο π. Σεραφείμ Ρόουζ εκτιμούσε τη γνήσια σκέψη όλων των πολιτισμών, ιδιαίτερα της Κίνας (ταοϊσμό και κομφουκιανισμό). Οι σκέψεις του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο του The Chinese Mind, που προήλθε από ένα ειδικό μάθημα στη μονή του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας (στην Πλατίνα της Καλιφόρνιας) το 1981 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τhe Orthodox Word το 1991. «Όταν γίνεσαι χριστιανός» είχε πει, «καμιά πραγματική αλήθεια που είχες διδαχτεί μέχρι τότε δεν χάνεται».
Πρόσφατα κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ από τον ιερομόναχο Δαμασκηνό Κρίστενσεν, μαθητή του π. Σεραφείμ, η μελέτη Christ the Eternal Tao («Χριστός, το αιώνιο Ταό»), ένα βιβλίο εξαιρετικής σπουδαιότητας για τη σωστή, από χριστιανική άποψη, κατανόηση της διδασκαλίας του Λάο Τσε. [Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να το παραγγείλει (αγγλικά) εδώ. Ολοκληρο το βιβλίο στα ελληνικά εδώ].
Από τα πολλά θεμελιώδη κοινά σημεία της διδασκαλίας του Κινέζου σοφού με το χριστιανισμό, ας επιλέξουμε να δούμε λίγα, με οδηγό το βιβλίο του π. Δαμασκηνού. Οι στίχοι του Ταό Τε Κινγκ που θα παραθέσουμε είναι σε μετάφραση του Τζι Μινγκ Τσιεν και της Μάνιας Σεφεριάδη.
Για το Ταό
Οι πιο βασικές ιδιότητες του Ταό που συνέλαβε ο Λάο Τσε είναι ότι το Ταό είναι Ένα, ότι είναι απόλυτα αγαθό και ανιδιοτελές και ότι η πλήρης κατανόησή του ξεφεύγει από τις αντιληπτικές ικανότητες του ανθρώπου.
«Κάποτε παλιά», είπε ο Αρχαίος Σοφός,
«Το Ένα εναρμόνισε τα πάντα:
Ο Ουρανός χάρη στο Ένα έγινε διαυγής.
Η Γη χάρη στο Ένα έγινε σταθερή.
Τα πνεύματα χάρη στο Ένα έγιναν θεϊκά.
Τα όντα χάρη στο Ένα άρχισαν να ζουν.[i]

«Ο Lao Tzu δεν ήταν ο πρώτος που έφτασε στη συνειδητοποίηση του Απολύτου Ενός. Βρίσκουμε την ίδια αντίληψη, για παράδειγμα, στον Έλληνα προσωκρατικό φιλόσοφο Παρμενίδη. Αυτό που ήταν καινούργιο στον Lao Tzu, ή τουλάχιστον πιο αναπτυγμένο παρά σε οποιοδήποτε φιλόσοφο πριν από αυτόν – ήταν η μεταφυσική ενόραση ότι το Tao, ο Δημιουργός και Συντηρητής του σύμπαντος, ήταν εντελώς ανιδιοτελές» (π. Δαμασκηνός, Christ the Eternal Tao, μέρος 2, κεφ. 2, 7).
Όλα τα πράγματα το Tao τα γεννά
Η δύναμή του Tao (το Teh) τ’ ανατρέφει,
Τα τελειοποιεί και τα ωριμάζει,
Τα σκεπάζει και τα αναπαύει,
Τα θρέφει και τα προστατεύει.[ii]
Το Tao του Ουρανού ωφελεί, δεν βλάπτει.[iii]
Το Tao του Ουρανού δεν ξέρει εύνοιες.
Πάντα ελεεί τον ελεήμονα.[iv]
Ο Λάο Τσε επισημαίνει ότι το Ταό είναι στην ουσία του άγνωστο στους ανθρώπους. Ο ίδιος του δίνει το όνομα Ταό:
Υπάρχει ένα Ον αδιαφοροποίητο και πλήρες
Γεννημένο πριν από τον Ουρανό και τη Γη.
Ήρεμο, απεριόριστο,
Υπάρχει μοναχό του, αναλλοίωτο,
Κυκλοφορεί παντού αδιάκοπα,
Απροσδιόριστο, φαίνεται να είναι η πηγή των πάντων
Δεν γνωρίζω το όνομά του
Αλλά το αποκαλώ Taο.
Αν έπρεπε να το προσδιορίσω
Θα το έλεγα Μέγα…[v]
Η ουσία του Θεού για τους αρχαίους χριστιανούς διδασκάλους είναι επίσης άγνωστη. Γνωρίζουμε μόνο τις ενέργειές Του, με τις οποίες κάνει τα όντα να υπάρχουν και να μετέχουν στην άκτιστη θεία χάρη Του.
Ομοίως, κατά το Λάο Τσε ο άνθρωπος μπορεί να έχει κάποια γνώση του Ταό, και αυτό θα τον κάνει να αποχτήσει και την ουσιαστική γνώση για τον άνθρωπο:
Το να γνωρίζεις την αρχή (του ανθρώπου)
Θα πει «να έχεις βρει το νήμα της Οδού».[vi]
Το Ταό είναι απόλυτα ειρηνικό και ταπεινό:
Το μεγάλο Tao ρέει παντού…
Όλα τα όντα Του χρωστούν την ύπαρξή τους.
Κι αυτό δεν τ’ απαρνιέται.
Τελειώνει το έργο του. Δεν γυρεύει ανταμοιβή.
Ντύνει και τρέφει όλα τα όντα, χωρίς να γυρεύει να τα κυριαρχήσει.
Είναι πάντα χωρίς επιθυμίες,
Γι’ αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε μικρό.
Καθώς όμως όλα τα όντα σ’ αυτό επιστρέφουν,’
αν και δεν γυρεύει να τα κυριαρχήσει,
μπορούμε να το ονομάσουμε μέγα. [vii]
Το Tao του Ουρανού δεν ανταγωνίζεται, κι όμως νικά.
Δεν λέει τίποτα, κι όμως παίρνει απάντηση.
Δεν ζητάει, κι όμως τα πράγματα έρχονται μόνα τους προς αυτό.[viii]
Το «νήμα της Οδού»
Το όνομα Ταό (=Οδός), που ο Κινέζος σοφός απέδωσε στο Μεγάλο Αγαθό και Ανιδιοτελές Ένα, φανερώνει ένα βαθύτερο νόημα: ότι το Ένα δίνει στον άνθρωπο ένα υπόδειγμα, του απευθύνει ένα είδος πρόσκλησης για να Το ακολουθήσει.
Ακολουθώντας την Οδό (το Ταό), δηλαδή εναρμονίζοντας τη διάθεσή του με τη διάθεση του Ταό απέναντι στον κόσμο, ο άνθρωπος επιστρέφει στην πρωταρχική απλότητα, την οποία είχε χάσει κατά την αυγή της ιστορίας:
«Ο Lao Tzu επιζητούσε να επιστρέψει όχι απλά στην πρώτη περίοδο της κινέζικης ιστορίας, η οποία χρονολογείται από την εποχή του μεγάλου Κατακλυσμού κατά τον εικοστό τέταρτο π.Χ. αιώνα, γιατί αυτή η περίοδος ήταν σχετικά αργά στην ιστορία της ανθρωπότητας.[Σημ. π. Δ.: Τα αρχαιότερα κινέζικα ιστορικά στοιχεία κάνουν λόγο για μια μεγάλη πλημμύρα που έλαβε χώρα κατά τον εικοστό τέταρτο π.Χ. αιώνα, δηλαδή την ίδια εποχή κατά την οποία έγινε ο κατακλυσμός κατά τη βιβλική χρονολογία.] Εν τέλει, ανέτρεχε πίσω στην κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος είχε κατ’ αρχήν δημιουργηθεί, πριν πρωτοαπομακρυνθεί από την Οδό. […] Ο Lao Tzu γνώριζε ότι στην αρχή ο άνθρωπος βρισκόταν σε μια κατάσταση αδιαφοροποίητης συνείδησης, σε μια κατάσταση όπου μπορούσε να συλλαμβάνει άμεσα την Πραγματικότητα. Αυτό το ονόμαζε “πρωταρχική απλότητα”, “απελέκητο κούτσουρο”, “επιστροφή στην κατάσταση του βρέφους”» (π. Δαμασκηνός, ό.π., μέρος 2, κεφ. 2, 4).
Το αίτημα για «επιστροφή στην κατάσταση του βρέφους» έντονα υπενθυμίζει λόγια του Ιησού όπως: «Αλήθεια σας λέω, αν δε στραφείτε και γίνετε σαν τα παιδιά, δε θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών. Όποιος κάνει τον εαυτό του ταπεινό σαν αυτό το παιδί, αυτός θα είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 18, 3-4).
Χαρακτηριστικά αυτής της κατάστασης είναι, κατά το Λάο Τσε (όπως και κατά τους χριστιανούς), η ταπείνωση και η αγάπη, που το έσχατο όριό της είναι η αγάπη προς τους εχθρούς, η «ανταπόδοση καλού στο κακό».
Ο Σοφός δεν έχει δικό του νου.
Κάνει δικό του το νου των ανθρώπων.[ix]
Όποιος παίρνει πάνω του την ταπείνωση – τη βρωμιά – των ανθρώπων
Είναι κατάλληλος να γίνει ο κύριος των ανθρώπων.[x]
Ο άνθρωπος της ανώτερης αρετής
Είναι σαν το νερό που κυλά στα πιο χαμηλά μέρη.
Η θέση του είναι σαν τη γη, κάτω από όλους,
Η προσφορά του γενναιόδωρη,
Η καρδιά του άμετρη.[xi]
Έχω Τρεις Θησαυρούς και τούς φυλάω καλά.
Ο πρώτος είναι η συμπόνια,
Ο δεύτερος η λιτότητα,
Και ο τρίτος να μην είμαι πρώτος και καλύτερος.
Αν είμαι συμπονετικός μπορώ να είμαι γενναίος.
Αν είμαι λιτός μπορώ να είμαι γενναιόδωρος.
Αν δεν τολμώ να πάρω την πρώτη θέση,
Μπορώ να κάνω τον εαυτό μου δοχείο κατάλληλο για τις πιο διακεκριμένες υπηρεσίες.[xii]
Αντίστοιχα, ο Ιησούς δίδαξε:
«Όταν σε καλέσουν σε γάμο, μην καθίσεις στην πρώτη θέση, για να μη σε σηκώσουν για να καθίσει κάποιος επισημότερος. Κάθισε στην τελευταία θέση, για να σου ζητήσουν να καθίσεις σε καλύτερη θέση. Γιατί κάθε ένας που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί και όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί» (Ματθ. 14, 8-11 – βλ. και Ματθ. 20, 26-28).
Μονάχα το έλεος μπορεί να σε βοηθήσει να νικήσεις στον πόλεμο.
Μονάχα το έλεος μπορεί να σε βοηθήσει να υπερασπιστείς το κράτος σου.
Γιατί ο Ουρανός θα έρθει να σώσει τον ελεήμονα.
Και να τον προστατέψει με το Έλεός του.
Αυτό είναι γνωστό ως η αρετή της μη-διαμάχης…
Αυτό από τον παλιό καιρό είναι γνωστό ως η υπέρτατη ένωση με τον Ουρανό.
Με τον καλό να είσαι καλός,
Με τον κακό να είσαι επίσης καλός.
Έτσι αποκτάται η καλοσύνη.
Με τον ειλικρινή να είσαι ειλικρινής,
Με τον ψεύτη να είσαι επίσης ειλικρινής.
Έτσι αποκτάται η ειλικρίνεια.[xiii]
Πράττει χωρίς πράξη,
Ενεργεί χωρίς να κάνει τίποτα,
Γεύεται το χωρίς γεύση,
Κάνει το μικρό μεγάλο
Και το λίγο πολύ,
Πληρώνει το κακό με το καλό.[xiv]
Η αγάπη προς τους εχθρούς και τους αμαρτωλούς είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό της χριστιανικής διδασκαλίας, που μάλιστα την ξεχωρίζει από κάθε άλλη διδασκαλία περί αρετής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η παραβολή του ασώτου, με τον «ενάρετο» γιο να στέκει στο κατώφλι του πατρικού σπιτιού αρνούμενος να μπει μέσα, επειδή εκεί βρίσκεται ο άσωτος –αλλά διασωθείς– αδελφός του, είναι μόνιμο σκάνδαλο για τη βεβαιότητά μας περί της προσωπικής μας αρετής και δικαιοσύνης.
«Όπως σημειώνει ο μεγάλος μελετητής της κινέζικης παράδοσης, ο James Legge: “Το συναίσθημα της ανταπόδοσης καλού έναντι κακού ήταν καινούργιο στην Κίνα, και προερχόταν από τον Lao Tzu… Κάποιος από τη σχολή του Κομφούκιου άκουσε αυτό το ρητό, τον εξέπληξε, και συμβουλεύτηκε γι’ αυτό τον Κομφούκιο. Ο σοφός, λυπάμαι πού το λέω, δεν ήταν σε θέση να το συλλάβει. Απάντησε: Τότε τι θα ανταποδώσει κανείς έναντι του καλού; Αντάμειψε την προσβολή με δικαιοσύνη, και ανταπόδωσε καλό έναντι καλού”[xv].
Μπορούμε να αναγνωρίσουμε στον Κομφούκιο ότι ήταν ο πρώτος πού διατύπωσε ξεκάθαρα στην Κίνα τον “χρυσό κανόνα”: “Ό,τι δεν θέλεις να κάνουν σε σένα” είπε, “μην το κάνεις σε άλλους”.[xvi] Αυτό εκφράζει την τελειότητα της φυσικής ανθρώπινης αρετής, την οποία ο Κομφούκιος ενσάρκωσε θαυμάσια. Αλλά στον ανώτερο, στον θεϊκό νόμο του ν’ αγαπάει κανείς ακόμη και τους εχθρούς του και αυτούς που τον καταδιώκουν, μπορεί να φτάσει κανείς μόνον αν βρει την πρωταρχική εικόνα της φύσης του ανθρώπου, όπως έκανε ο Lao Tzu. Έτσι λοιπόν, ο Lao Tzu και όχι ο Κομφούκιος ήταν αυτός πού έφτασε σε αυτή την ανακάλυψη» (π. Δαμασκηνός, ό.π.).
«Η ανώτερη αρετή δεν ξέρει ότι είναι αρετή
Γι’ αυτό και είναι αρετή.
Η κατώτερη αρετή ξέρει ότι είναι αρετή
Γι’ αυτό και δεν είναι αρετή.»[xvii]
Το Ταό είναι Πρόσωπο;
Αντιλαμβανόμενος ο Λάο Τσε ότι το Ταό είναι Ένα (και όχι πολλά), κατάλαβε επίσης ότι υπήρχε μια σοβαρή δυσκολία στο να θεωρηθεί πρόσωπο: δε θα ήταν απόλυτα ανιδιοτελές. «Γιατί αν το Tao ή το ένα ήταν απλά μονάδα, θα βρισκόταν σε αιώνια μεταφυσική απομόνωση, δεν θα μπορούσε να είναι ολοκληρωτικά ανιδιοτελές, και πολύ προσωπικό ταυτόχρονα» (π. Δαμασκηνός, ό.π., μέρος 2, κεφ. 2, 11). Έτσι, όπως είναι γνωστό, το θεώρησε απρόσωπο.
Υπάρχουν όμως μερικά σημεία στη διδασκαλία του, στα οποία φαίνεται να αποδίδει στο Ταό ένα είδος πρόθεσης, τέτοιας που ταιριάζει μόνο σε ένα προσωπικό Ον.
Το Tao του Ουρανού δεν ανταγωνίζεται, κι όμως νικά.
Δεν λέει τίποτα, κι όμως παίρνει απάντηση.
Δεν ζητάει, κι όμως τα πράγματα έρχονται μόνα τους προς αυτό.[xviii]
Κάποια πράγματα ο Ουρανός δεν τα ευνοεί.[xix]
Όταν, δηλαδή, το Ταό θεωρείται αγαθό και ανιδιοτελές, αμερόληπτο και ταπεινό, γεμάτο έλεος για τους ανθρώπους, του αποδίδονται χαρακτηριστικά που δεν έχει νόημα να αποδίδονται σε κάτι απρόσωπο.
«Για τον Lao Tzu, λοιπόν, το Tao, το οποίο αποκαλούσε Tao του Ουρανού ή απλώς Ουρανό – δεν ήταν εντελώς απρόσωπο, όπως ισχυρίζονται κάποιοι σύγχρονοι μελετητές. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ο Lao Tzu είχε μια “σχέση” με το Tao, όπως ακριβώς ο Κομφούκιος είχε μια σχέση με τον Ουρανό. Αυτή τη “σχέση” την εξέφραζε με τη συνεχή παρατήρηση των έργων του Tao του Ουρανού, καθώς επίσης και φροντίζοντας συνεχώς να ζει ενάρετα, σε συμφωνία με το Tao, συλλαμβάνοντας κάθε παρέκκλιση αν συνέβαινε και ευθυγραμμίζοντας ξανά τον εαυτό του» (π. Δαμασκηνός, ό.π., μέρος 2, κεφ. 2, 9).
Η συνειδητοποίηση ότι το Ταό είναι Πρόσωπο δε μπορεί να επιτευχθεί από τον άνθρωπο με τη βοήθεια της δικής του ενόρασης, διαίσθησης ή σοφίας. Μπορεί μόνο να αποκαλυφθεί από το Θεό, πράγμα που συνέβη, κατά τους διδασκάλους του χριστιανισμού, αρχικά στους αγίους της Παλαιάς Διαθήκης και στη συνέχεια, στην πληρότητά του (ως αποκάλυψη Τριαδικού Θεού πλέον), με την ενσάρκωση και τη διδασκαλία του Χριστού.
Η τριαδικότητα του Θεού (το, κατ’ ουσίαν, «τριαδικό μυστήριο» της ύπαρξής Του) είναι και η απάντηση στο πρόβλημα πώς το Ένα μπορεί να είναι Πρόσωπο και συνάμα απόλυτα αγαθό και ανιδιοτελές. Επειδή δεν είναι Ένα Πρόσωπο, αλλά Τριάδα Προσώπων, που ενώνονται σε Ένα με την απόλυτη, ταπεινή και ανιδιοτελή αγάπη Τους. Έτσι υπερβαίνεται κάθε διδασκαλία για το Θεό προγενέστερη του Χριστού, ακόμη και η κατανόησή Του από τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι επίσης δεν ήταν σε θέση να βιώσουν το τριαδικό μυστήριο στην πληρότητά του χωρίς να υποπέσουν στον κίνδυνο του πολυθεϊσμού.
Εδώ πρέπει να επισημάνω ότι οι άγιοι διδάσκαλοι τους αρχαίου χριστιανισμού, καθώς και οι νεώτεροι που τους ακολούθησαν, δεν έφτασαν σε αυτό το συμπέρασμα μελετώντας βιβλία ή θεμελιώνοντας συλλογισμούς, αλλά επικοινωνώντας με το Απόλυτο Αγαθό και Δημιουργικό Ένα, μέσω της τριπλής πορείας της κάθαρσης της καρδιάς, του φωτισμού του νου και της θέωσης. Έλεγξαν τα συμπεράσματά τους με τη νοερά επιστήμη της «διάκρισης των πνευμάτων», για να τα καθαρίσουν και να τα απαλλάξουν από ενδεχόμενες πλάνες της φαντασία τους ή των πονηρών πνευμάτων, και πάλι απέφυγαν να τα παρουσιάσουν στην ανθρωπότητα, εκτός μόνο από τις περιπτώσεις όπου αμφισβητήθηκε ο αληθινός τρόπος γνώσης του Θεού, και αντικαταστάθηκε με «μεθόδους πρόκλησης βιωμάτων» ή συστήματα φιλοσοφικών συλλογισμών.
Κλείνοντας αυτή την ενότητα δε μπορώ να μην αναφερθώ στο στίχο του Λάο Τσε «Τα Τρία γέννησαν όλα τα όντα και τα πράγματα του κόσμου».[xx] Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι αποτελεί αναφορά στην Αγία Τριάδα (έστω και σκιώδη), όμως ακόμη κι αναφέρεται στο τρία ως αριθμό που συμβολίζει «τη συμφιλίωση των αντιθέτων» (άποψη του Τζι Μινγκ Τσιεν, που αναφέρεται από τον π. Δαμασκηνό), δεν είναι μακριά από τη χριστιανική κατανόηση της οντολογικής και ηθικής τελειότητας, που συνιστά η θεία τριαδικότητα.
Πώς ανακάλυψε ο Λάο Τσε το Ταό;
Ο ίδιος ο Λάο Τσε αναφέρεται ρητά στην αρχαία κινεζική παράδοση, σύμφωνα με την οποία στο απώτατο παρελθόν κάποιοι άνθρωποι ακολουθούσαν την Οδό.
Οι άνθρωποι του Tao τον παλιό καιρό
ήταν τόσο λεπτοί, διεισδυτικοί, νοήμονες και βαθιοί
πού δεν τους γνώριζαν οι άνθρωποι. [xxi]
Αυτή και άλλες αναφορές του, φανερώνουν ότι ο Κινέζος διδάσκαλος εντόπισε τα σπέρματα της διδασκαλίας για το Ταό στα βάθη του ίδιου του πολιτισμού του. Όμως αυτή τη διδασκαλία ο ίδιος την ανέπτυξε και την εφάρμοσε στη ζωή του. Ομολογεί άλλωστε ότι εκείνος έδωσε στο Ταό το όνομά του.
«Ο Lao Tzu πρώτα συνειδητοποίησε την ανιδιοτέλεια του Tao, και μετά ανέλαβε να διαμορφώσει τη ζωή του σύμφωνα με την Οδό του Ουρανού; Ή έφτασε πρώτα σε ένα ορισμένο επίπεδο ανιδιοτέλειας το οποίο τον έκανε να δει την Πραγματικότητα αντικειμενικά, και από αυτή την καθαρότητα της ενόρασης άρχισε να μιλάει για την ανιδιοτέλεια του Tao; Δεν μπορούμε να πούμε, αλλά από το Tao Teh Ching ένα πράγμα είναι βέβαιο: ο Lao Tzu είδε την ανιδιοτέλεια, την αυταπάρνηση και την αμεσότητα του πρωταρχικού ανθρώπου ως εικόνα και αντανάκλαση του ίδιου του Tao – Δημιουργού. Κατ’ αυτή την έννοια, και όχι μόνο, ο άνθρωπος έχει πλαστεί κατ’ εικόνα του Θεού» (π. Δαμασκηνός, ό.π., μέρος 2, κεφ. 2, 8).
Τι είναι το Ταό;
Στην εποχή μας, εποχή που αγαπά το ανακάτεμα των θρησκειών και συχνά βλέπει υπεροπτικά την παραδοσιακή ευλάβεια, είναι εύκολο να εκτιμηθεί ο Λάο Τσε ως ένας διδάσκαλος αντίστοιχος του Ιησού. Αν όμως προσέξουμε περισσότερο, θα δούμε ότι το θέμα της διδασκαλίας του Ιησού δεν είναι μόνο η ταπείνωση και η αγάπη, αλλά κάτι πολύ πιο παράξενο και βαθύ: ο ίδιος ο Ιησούς.
«Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού» (Ιω. [=κατά Ιωάννην ευαγγέλιο] κεφ. 14, στίχ. 6). «Εγώ ειμί το φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει [=θα έχει] το φως της ζωής» (Ιω. 8, 12). «Εγώ ειμί ο άρτος της ζωής. Ο ερχόμενος προς με ου μη πεινάση, και ο πιστεύων εις εμέ ου μη διψήση πώποτε» (Ιω. 6, 35). «Εγώ ειμί η θύρα. Δι’ εμού εάν τις εισέλθη σωθήσεται, και εισελεύσεται και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει» (Ιω. 10, 9). «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται. και πας ο πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα. Πιστεύεις τούτο;» (Ιω. 11, 25-26).
Αφήνοντας κατά μέρος την αυθαίρετη υπόθεση ότι αυτές οι ευθείες αναφορές του Ιησού στο Πρόσωπό Του δεν είναι δικά Του λόγια, αλλά επινοήσεις των μαθητών Του (τότε θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για τη διδασκαλία Του περί αγάπης), πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Ιησούς –ο γεννημένος στο στάβλο, που δεν είχε «πού την κεφαλήν κλίνη», που έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του και συγχώρεσε τους σταυρωτές Του– δεν περιαυτολογεί για να νιώσει εγωιστική ικανοποίηση, αλλά αποκαλύπτει την αλήθεια για το Πρόσωπό Του στους ακροατές Του, με σκοπό την ένωσή τους με το Θεό, δηλαδή (όπως λέμε) τη σωτηρία τους (από το θάνατο, δηλαδή από την αιώνια ζωή μακριά από το Θεό). Τούτο φανερώνει ότι η αποστολή Του στον κόσμο ήταν η αποκάλυψη του εαυτού Του και η πρόσκληση προς τους ανθρώπους να ενωθούν με Αυτόν: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11, 28). «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου…» (Ματθ. 26, 26).
Κατά τη διάρκεια των αιώνων, πολλοί μεγάλοι διδάσκαλοι μας κάλεσαν να ενωθούμε με το Θεό, όπως Τον αντιλαμβάνονταν. Ο Ιησούς όμως μας κάλεσε να ενωθούμε με τον εαυτό Του και δίδαξε ότι αυτή η ένωση συνεπάγεται ένωση με το Θεό: «Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ει μη δι’ εμού» (Ιω. 14, 6), «Εγώ και ο Πατήρ έν εσμέν» (=είμαστε ένα, Ιω. 10, 30), «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα» (=όποιος είδε εμένα, είδε τον Πατέρα, Ιω. 14, 8-9).
Ποιος είναι λοιπόν στ’ αλήθεια ο Ιησούς; Οι μαθητές Του, έχοντας πραγματοποιήσει την ένωση με Αυτόν και μεταμορφωμένοι από τη χάρη του Τρίτου Προσώπου, του Παρακλήτου (Αγίου Πνεύματος), που τους δίδασκε μετά την αποχώρηση του διδασκάλου τους (βλ. Ιω. κεφ. 14, 15, 16, Πράξεις των αποστόλων, κεφ. 2, αλλά και 8, 29. 10, 19-20. 13, 2-3, κ.α.), γράφουν γι’ Αυτόν:
«Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν [=δίπλα στο Θεό] και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν. εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων. και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν […] Ην το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω [=δεν τον αναγνώρισε]. […] και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα [=είδαμε] την δόξαν αυτού [=το φως Του], δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας. […] Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε [=κανείς δεν είδε ποτέ το Θεό]. ο μονογενής υιός ο ων εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 1-5. 9-10. 14. 18).
Η παραπάνω αναφορά έρχεται σε διάλογο με τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, που ονόμαζαν Λόγο τη δύναμη που δημιούργησε και συντηρεί το σύμπαν, αλλά και με την Παλαιά Διαθήκη, που αναφέρει ότι ο Θεός «διά του Λόγου Του» δημιούργησε τον κόσμο. Αυτός ο Λόγος δεν είναι κάτι απρόσωπο, αλλά ένα Πρόσωπο – πράγμα απόλυτα φυσικό, αφού ο Θεός είναι το Απόλυτο Πρόσωπο, επομένως και ο Λόγος και το Πνεύμα Του είναι φυσικό να είναι Πρόσωπα.
Σε απόλυτη συνάφεια ο απόστολος Παύλος αναφέρει για τον Υιό:
«…ός εστίν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως [=γεννημένος πριν από κάθε δημιούργημα], ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε, και αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας, ός εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων, ότι εν αυτώ ευδόκησε παν το πλήρωμα κατοικήσαι […]» (προς Κολοσσαείς, 1, 15-19).
Στην Παλαιά Διαθήκη, ο προφήτης Σολομώντας και κάποιοι άλλοι προφήτες, που συνέχισαν τη διδασκαλία του παραμένοντας ανώνυμοι, μιλούν για ένα θεϊκό ον, τη Σοφία, που προέρχεται «από το στόμα του Θεού» και που Εκείνη δημιούργησε τον κόσμο και πρόκειται να αποσταλεί από το Θεό σ’ αυτόν:
«Εγώ από στόματος υψίστου εξήλθον και ως ομίχλη κατεκάλυψα γην. εγώ εν υψηλοίς κατεσκήνωσα, και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης. γύρον ουρανού εκύκλωσα μόνη και εν βάθει αβύσσων περιεπάτησα. εν κύματι θαλάσσης και εν πάση τη γη και εν παντί λαώ και έθνει εκτησάμην… έτι διδασκαλίαν ως προφητείαν εκχεώ [=θα αναβλύσω] και καταλείψω αυτήν εις γενεάς αιώνων. ίδετε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα, αλλά πάσι τοις εκζητούσιν αυτήν» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24. βλ. και Ιώβ, Παροιμίες, Σοφία Σολομώντος).
«…και μετά σου η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα, ότε εποίεις τον κόσμον… Εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν…» (Σοφία Σολομώντος, 9, 9-10).
Επηρεασμένοι από τέτοιες αναφορές, κάποιοι αρχαίοι γνωστικοί διδάσκαλοι, όπως ο Ουαλεντίνος, αλλά και σημερινοί μιμητές τους, θεωρούν ότι η Σοφία είναι ένα άλλο Ον, διαφορετικό από τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Όμως οι χριστιανοί άγιοι (ξεκινώντας από τον απόστολο Παύλο, «Χριστός, Θεού δύναμις και Θεού σοφία», Α΄ προς Κορινθίους 1, 24) διδάσκουν ότι το Πρόσωπο αυτό είναι ο Υιός. Άλλωστε, το όνομα Λόγος (=λογική) είναι νοηματικά συγγενές με το όνομα Σοφία. «Νους, Λόγος, Σοφία, Υιός του Πατρός» γράφει ήδη το 2ο αι. για τον Ιησού ο απολογητής άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος (Πρεσβεία περί χριστιανών, κεφ. 24).
Το όνομα Σοφία για το Χριστό είναι τόσο βασικό, που η κολοσσιαία, πανέμορφη και γεμάτη θεολογικούς συμβολισμούς (μικρογραφία του σύμπαντος) καθεδρική εκκλησία των βυζαντινών, η αφιερωμένη σ’ Αυτόν, ονομάζεται Ναός της του Θεού Σοφίας, Αγία Σοφία.
Όλα τα παραπάνω έρχονται να συναντήσουν τη διδασκαλία του Λάο Τσε για το Ταό. Θα μιλήσουμε λοιπόν ξεκάθαρα. Για τη χριστιανική κατανόηση του κόσμου, το Ταό είναι ένα Πρόσωπο, ο Υιός και Λόγος του Θεού, που σε δεδομένη χρονική στιγμή «εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη [=έγινε ορατός] αγγέλοις, εκηρύχθη εν ένθεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α΄ προς Τιμόθεον, 3, 16). Ο Λάο Τσε είναι ένας προφήτης του σπερματικού λόγου, που μετείχε στην προ Χριστού αποκάλυψη του Θεού, στην προετοιμασία του κόσμου για να υποδεχτεί το ενσαρκωμένο Ταό.
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο Ιησούς χαρακτήρισε τον εαυτό Του «η οδός» (Ιω. 14, 6), χρησιμοποιώντας το ίδιο όνομα που, σε άλλο τόπο και χρόνο, αλλά στο ίδιο πνευματικό «μήκος κύματος», είχε δώσει στο απόλυτο αγαθό Ένα ο Λάο Τσε. Επίσης, ότι σε μια καντονέζικη έκδοση της Καινής Διαθήκης, που πραγματοποιήθηκε στην Κίνα από την Αμερικανική Βιβλική Εταιρία το 1911, μερικές δεκαετίες πριν τη μελέτη του Ταό Τε Κινγκ από τον π. Σεραφείμ Ρόουζ, οι πρώτοι στίχοι του κατά Ιωάννην ευαγγελίου (που παρατίθενται και από τον π. Δαμασκηνό) αναφέρονται στον Ιησού μεταφράζοντας το όνομα Λόγος ως Ταό: «Εν αρχή ην το Ταό και το Ταό ην προς τον Θεόν και Θεός ην το Ταό… και το Ταό σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν…».
Σε ανύποπτο χρόνο, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και ορθόδοξος επίσκοπος π. Κάλλιστος Ware πρόσθεσε στην εικόνα μας την τελευταία ψηφίδα, γράφοντας:
«Ένα από τ’ αρχαιότερα ονόματα για τον Χριστιανισμό ήταν απλώς “η Οδός”. […] Είναι μια ονομασία που δίνει έμφαση στον πρακτικό χαρακτήρα της χριστιανικής πίστης. Ο Χριστιανισμός είναι κάτι περισσότερο από μια θεωρία για το σύμπαν, κάτι περισσότερο από διδασκαλίες γραμμένες στα χαρτιά. Είναι ένα μονοπάτι που παίρνουμε ταξιδεύοντας – με τη βαθύτερη και ουσιαστικότερη έννοια, η οδός της ζωής.
»Υπάρχει μόνο ένα μέσο για ν’ ανακαλύψουμε την αληθινή φύση του Χριστιανισμού. Πρέπει ν’ ανοίξουμε το βήμα μας σ’ αυτό το μονοπάτι, να συντονιστούμε σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής και μετά θ’ αρχίσουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε μόνοι μας. Όσο παραμένουμε έξω, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε σωστά. Βέβαια είναι ανάγκη να μας δοθούν οδηγίες πριν ξεκινήσουμε, είναι ανάγκη να μας πουν ποιους δείκτες ν’ αναζητήσουμε, και πρέπει να έχουμε και συντρόφους. Πράγματι, χωρίς καθοδήγηση από άλλους είναι σχεδόν αδύνατο ν’ αρχίσουμε το ταξίδι. Αλλά οδηγίες που έδωσαν άλλοι ποτέ δεν μπορούν να μας μεταδώσουν πώς είναι στην πραγματικότητα η οδός. Δεν μπορούν να είναι υποκατάστατο για την άμεση, την προσωπική εμπειρία…» (επισκόπου Κάλλιστου Ware,Ο Ορθόδοξος Δρόμος, Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, εκδ. Επτάλοφος 1984, σελ. 9-10).
Σαν επίλογος
Η κατανόηση του Λάο Τσε ως ενός «χριστιανού προ Χριστού» δεν είναι εγωιστική από πλευράς μας, αλλά γεμάτη αγάπη και σεβασμό. Ο χριστιανισμός δεν μας ανήκει, ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα. «Δεν ξέρω τίποτα πιο παγκόσμιο από το Χριστό», «ο χριστιανός είναι παγκόσμιος άνθρωπος» (π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ),καθώς, όσο πιο προοδευμένος πνευματικά είναι, τόσο περισσότερο μετέχει στη χαρά και την λύπη όλων των ανθρώπων και των πλασμάτων.
Σύμφωνα με το χριστιανισμό, υπάρχει μια αρχαία σοφία, κοινή σε όλους τουςπολιτισμούς. Είναι η σοφία που μιλάει για την πρωταρχική απλότητα και τη γνώση του Θεού, που απολάμβανε η ανθρωπότητα στην αυγή της αλλά χάθηκε στην πορεία. Αυτή η απλότητα και η γνώση μπορεί να ξαναβρεθεί μέσω της αγάπης προς το Θεό, το συνάνθρωπο και τα άλλα πλάσματα του κόσμου. Και ο άνθρωπος μπορεί πλέον, μέσω αυτής της αγάπης, να ενωθεί με το Θεό, που δεν είναι πια απρόσιτος, αόρατος και αψηλάφητος, αλλά άνθρωπος σαν εμάς. Είναι ο Υιός, ο Λόγος, η Σοφία, ο Αμνός του Θεού, ο Υιός της Μαρίας, ο Χριστός, το αιώνιο Ταό.
Σημείωση: Ο συντάκτης του άρθρου προτιμά τον όρο Ταό (με τόνο στο ό) από το συνηθέστερο σήμερα Τάο.
[i] Tao Teh Ching, κεφ. 39, (μτφρ. Gi-ming Shien).
[ii] Tao Teh Ching, κεφ. 51, (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη, Gia-fu Feng & English).
[iii] Tao Teh Ching, κεφ. 81, (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη, Wu).
[iv] Tao Teh Ching, κεφ. 79, (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη ).
[v] Tao Teh Ching, κεφ. 25, (μτφρ. Gi-ming Shien).
[vi] Tao Teh Ching, κεφ. 14: (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη, Gi-ming Shien).
[vii] Tao Teh Ching, κεφ. 34, (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη, Gi-ming Shien).
[viii] Tao Teh Ching, κεφ. 47, 73 (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη,Wu, Gia-fu Feng & English).
[ix] Tao Teh Ching, κεφ. 15, (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη).
[x] Στό ίδιο, κεφ. 78, (μτφρ. Lin Yutang, Ch’u Ta-kao, Gia-fu Feng and English).
[xi] Στό ίδιο, κεφ. 8, (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη, Gi-ming Shien καί Rose).
[xii] Στό ίδιο, κεφ. 67, (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη, Wu καί Legge).
[xiii] Στό ίδιο, κεφ. 49, (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη, Mair).
[xiv] Στό ίδιο, κεφ. 63, (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη, Wu καί Red Pine).
[xv] James Legge, The Religions of China, pp.143, 223-24.
[xvi] Στό ίδιο, σ. 137.
[xvii] Tao Teh Ching κεφ. 38 (μτφρ. Gi-ming Shien).
[xviii] Tao Teh Ching, κεφ. 47, 73 (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη,Wu, Gia-fu Feng & English).
[xix] Στό ίδιο, κεφ. 59, 67, 68, 73 (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη,Wu, Gia-fu Feng & English).
[xx] Tao Teh Ching, κεφ.42 (μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη).
[xxi] Tao Teh Ching, κεφ. 15, μτφρ. Μάνιας Σεφεριάδη.
Πηγή ‘ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ‘

ΙΕΡΩΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ



blog counter




ΙΕΡΩΣΥΝΗ
ΣΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ
υπό Γρηγορίου Δ. Ζιάκα
Ομότιμου καθηγητού της Θρησκειολογίας


     Η ιερωσύνη στην Κίνα είναι συνυφασμένη με την μακραίωνη ιστορία της και τον πολιτισμό της. Η Κίνα έχει μια προϊστορία που εισχωρεί βαθιά στο παρελθόν. Οι γνώσεις για την θρησκευτική της σκέψη αρχίζουν κατά την περίοδο της δυναστείας των Shang (1751-1122 π.Χ.). Στο Αρυάνγκ, την αρχαία πρωτεύουσα της δυναστείας, που κείται νοτίως του κίτρινου ποταμού, βρέθηκαν κείμενα χρησμών που προέρχονται από την εποχή του 1300 π.Χ. περίπου. Πρόκειται για πολυάριθμες μαντικές επιγραφές σε πλατιά οστά ζώων και σε όστρακα χελωνών που μας αποκαλύπτουν μια μέθοδο μαντικής αρκετά διαδεδομένη στη βόρειο Ασία. Την μαντεία ασκούσε ο αυτοκράτορας με τη βοήθεια των σαμάνων και των μάντεων.
Ο αυτοκράτορας ήταν ικανός να εξιχνιάσει την θέληση των υπερφυσικών δυνάμεων και να τις εξιλεώσει με θυσίες και ευχαριστήριες προσευχές, για να συμπαραστέκονται σ’ αυτόν και τον λαό του σε κάθε ανάγκη του βίου. Ο βασιλιάς έθετε το ερώτημα στο μαντείο (Που) και ο χρησμός παίρνονταν, αφού πρώτα οι μάντεις με ένα πυρακτωμένο ορειχάλκινο ραβδί ή με ένα αναμμένο κλωνάρι ιτιάς θέρμαιναν την μία πλευρά του οστού και ακολούθως ερμήνευαν τις ρωγμές, που δημιουργούνταν λόγω της διαστολής, στην άλλη πλευρά του οστού, ως απάντηση των δυνάμεων στο ερώτημα του βασιλιά. Μετά χάρασσαν δίπλα στα σχήματα την ερώτηση και την απάντηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι μάντεις πρόσθεταν μια δική τους ερμηνεία του χρησμού. Τα σημάδια αυτά των μάντεων απετέλεσαν την απαρχή των ιδεογραμμάτων του κινεζικού αλφαβήτου.
Οι πολυάριθμες μαντικές επιγραφές αποκα-λύπτουν μια πτυχή της θρησκευτικής ζωής της Κίνας, της οποίας τα γνωρίσματα θα διαμορφώσουν τον κατοπινό μεγάλο πολιτισμό της και σε γενικές γραμμές θα κυριαρχήσουν έως σήμερα. Εκτός από τις οιωνοσκοπίες και τις μαντείες, ο αυτοκράτορας και το επιτελείο των ιερέων και μάντεων υπηρετούσαν επίσης την προγονλατρία και μια σειρά από ουράνιους θεούς, πνεύματα και υπερφυσικές δυνάμεις. Πρόκειται καταρχάς για την ιδέα περί Ουρανού, Τi («Κυρίου») ή Shang-Τi («Κυρίου των άνω»), που εξουσιάζει και ρυθμίζει τα πάντα. Η ιδέα αυτή περί ανωτάτου κυβερνήτη των πάντων αποτελεί το κεντρικό γνώρισμα όχι μόνον της θρησκείας της περιόδου του πολιτισμού των Σανγκ, αλλά και της κατοπινής κινεζικής θρησκευτικής ζωής.
Ο Τi ή Shang-Τi κυβερνά και ρυθμίζει την αρμονία του κόσμου και των φυσικών φαινομένων, βροχή, αέρα, ξηρασία κ.λ.π., χορηγεί στον αυτοκράτορα την νίκη και εξασφαλίζει πλούσιο θερισμό και συγκομιδή, ή αντίθετα προκαλεί ήττες και στέλνει αρρώστιες και θάνατο στον λαό. Τον ύψιστο αυτόν κυβερνήτη τον περιστοιχίζουν ορισμένα ουράνια πνεύματα, που εκτελούν το θέλημά του. Ανάμεσά τους βρίσκονται τα πνεύματα της βροχής, του χιονιού και του ηλίου, και ακόμη το πνεύμα του ανέμου, της γης, τα πνεύματα των τεσσάρων σημείων του ορίζοντος, και ένας μεγάλος αριθμός από πνεύματα βουνών και ποταμών, όπως είναι ο Χο, το πνεύμα του Κίτρινου ποταμού. Δίπλα σε όλα αυτά τα πνεύματα της φύσης μεγάλη σημασία άρχισαν να αποκτούν οι ψυχές των προγόνων, ιδιαίτερα μάλιστα αυτές του βασιλικού γένους, οι οποίες ζούσαν ως υψηλοί φιλοξενούμενοι στην αυλή του ουρανού, του ανώτατου κυβερνήτη του κόσμου. Το όλο τυπικό της λατρείας δεν είναι ακόμη γνωστό στην έρευνα. Από όσα όμως αφήνουν να εννοήσουμε τα οστράκινα κείμενα των χρησμών, την ουσία της λατρείας την αποτελούσε η θυσία προς τον θεό του ουρανού και προς τα πνεύματα και της ψυχές των προγόνων. Έτσι δημιουργήθηκε ένα ιερατείο με επικεφαλής τον αυτοκράτορα υπεύθυνο για την λατρεία των θεών και των προγόνων και την προσφορά προς αυτούς θυσιών. 
 Από τα δύο είδη των θυσιών που πρόσφερε ο αυτοκράτορας, δηλαδή προς του προγόνους και τον θεό του Ουρανού και την ακολουθία του, η θυσία προς τους προγόνους ήταν η σπουδαιότερη. Οι οστέινες βέβαια επιγραφές και το υπόλοιπο αρχαιολογικό υλικό που εντωμεταξύ ανακαλύφθηκε, καθρεφτίζουν τον θρησκευτικό κόσμο της αυτοκρατορικής αριστοκρατίας∙ για τη θρησκεία του απλού λαού δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Ωστόσο εικάζεται ότι οι αντιλήψεις της αυτοκρατορικής αριστοκρατίας είχαν τις προεκτάσεις τους και στον απλό λαό των υπηκόων. Το πολύπλοκο επίσης σύστημα των θυσιών που ήταν συνδεδεμένο με το θρησκευτικό ημερολόγιο, και το πλήθος των λατρευτικών πράξεων, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε ένα πλήθος από «ειδικούς του αγίου», από μάντεις, ιερείς και σαμάνες, που τελούσαν και ερμήνευαν το πολύπλοκο τυπικό της λατρείας. Τέλος η εικονογραφία μας αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός κοσμολογικού και σωτηριολογικού συγχρόνως συμβολισμού, ο οποίος φαίνεται ότι αποτελεί τον πρόδρομο των πιο σπουδαίων θρησκευτικών αντιλήψεων της κλασικής Κίνας. 
 Οι αντιλήψεις αυτές διατυπώνονται με σαφήνεια κατά την περίοδο της δυναστείας των Τσου (1122-249 π.Χ) και κυριαρχούν έκτοτε στο στερέωμα της Κίνας έως σήμερα καθορίζοντας όλη την κατοπινή θρησκευτική και πολιτική εξέλιξη της Κίνας. Στην κορυφή του πανθέου παραμένει πάλι ο θεός του Ουρανού Shang-Τi, ο οποίος τώρα ονομάζεται T’ien, Ουρανός. Ο αυτοκράτορας θεωρείται απόγονός του και ονομάζεται T’ien tzu, υιός του Ουρανού. Η προγονολατρία επίσης ασκείται σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τα τυπικά που είχαν αναπτυχθεί κατά την προηγούμενη περίοδο του πολιτισμού των Σάνγκ. Για την λατρεία των προγόνων του αυτοκράτορα και των ηγεμόνων ιδρύονται ειδικοί ναοί, μέσα στους οποίους καθένας από τους προγόνους είχε δικό του ναΰδριο και γινόταν αντικείμενο κανονικής λατρείας. Κάθε ναΰδριο περιείχε έναν πίνακα ψυχών, στον οποίο καθόταν η ψυχή κατά την διάρκεια της λατρείας.
 Ο αυτοκράτορας και οι ευγενείς προσέφεραν θυσίες για όλους του προγόνους. Εκτός από τους προγόνους μεγάλη επίδραση ασκούσαν στην ψυχή του λαού και τα πνεύματα της φύσης, τα οποία αποτελούσαν κληρονομιά από την προηγούμενη περίοδο. Ο ουρανός και τα πνεύματα της γης δέχονταν την κατεξοχήν λατρεία. Η σπουδαία θυσία για τον ουρανό, γινόταν κατά τις εαρινές ισημερίες σε έναν στρογγυλό βωμό, που χτιζόταν στο δυτικό προάστιο της πρωτεύουσας του κράτους. Μεγαλοπρεπής αυτή η τελετουργία, απετέλεσε το πρότυπο για τις θυσίες προς τον ουρανό που αναπτύχθηκαν κατά τις κατοπινές εποχές και είχαν λαϊκότερο χαρακτήρα. 
 Όλα αυτά φανερώνουν ότι οι βασικές αρχές των θρησκευτικών και κοσμοθεωριακών αντιλήψεων και ιδεολογιών της Κίνας που κυριαρχούν έως σήμερα (ενότητα, αρμονία και αλληλεπίδραση μεταξύ ουρανού και γης, μακροκόσμου και μικροκόσμου) έχουν τις ρίζες τους βαθιά στο προϊστορικό της παρελθόν. Πράγματι οι χαρακτηριστικές έως σήμερα ιδέες της Κίνας, ότι μεταξύ ουρανού και γης, μακροκόσμου και μικροκόσμου επικρατεί ενότητα, αρμονία και αλληλεπίδραση, διατυπώνονται κατά την προϊστορική εποχή, αναπτύσσονται κατά την εποχή της δυναστείας των Σανγκ και συστηματοποιούνται κατά την ιστορική περίοδο της δυναστείας των Τσου. Τότε επίσης διατυπώνονται και στη συνέχεια αναπτύσσονται και συστηματοποιούνται τόσο η προγονολατρία όσο και η πολύπλοκη εθιμική τελετουργία που χαρακτηρίζουν έως σήμερα την κινεζική κοινωνία. Ο αυτοκράτορας γίνεται γιος του Ουρανού και εκπρόσωπός του κυβερνήτης στη γη. Το σύμπαν ιεραρχείται έτσι, ώστε να εκφράζει ένα αυστηρά καθορισμένο σύστημα, στο οποίο αποκαλύπτεται η συνεργασία και αλληλεπίδραση τριών μεγάλων δυνάμεων, που αποτελούν μιαν οργανική ενότητα και συνιστούν την αρμονία της ζωής και του σύμπαντος: του ουρανού, της γης και του ανθρώπου (του οποίου κύριος εκπρόσωπος ήταν ώς το 1912, κατάργηση της αυτοκρατορίας, ο αυτοκράτορας).
Ο μυθικός ουράνιος Κυβερνήτης (ο Shang Ti ή T’ien) ήταν το κέντρο του σύμπαντος∙ ο γήινος (ο αυτοκράτορας), το κέντρο του κόσμου και των προγόνων. Έως σήμερα οι σφαίρες αυτές εξουσίας συνδέονται μεταξύ τους με μυστικοθρησκευτικές και φιλοσοφικές αντιστοιχίες και συμμετοχές και συνιστούν την αρμονία του σύμπαντος. Ο μικρόκοσμος είναι το αντίγραφο του μακροκόσμου και ο μακρόκοσμος του μικροκόσμου. Ο άρχοντας είναι σύμβολο της εξουσίας του Ουρανού και ο Ουρανός πηγή της εξουσίας του άρχοντα. Και όλα αυτά στηρίζονται σε δύο αντιθετικές και ωστόσο συμπληρωματικές μεταξύ τους δυνάμεις, το Γιν και το Γιανγκ (το αρνητικό και το θετικό, το φως και το σκότος, το ψυχρό και το θερμό) που προκαλούν τον κύκλο των μεταβολών και συνιστούν την κίνηση και το γίγνεσθαι. Έτσι ο Ουρανός και η Γη συνεργάζονται και όλα τα πράγματα, παρά τις αντιθέσεις τους και τις μεταβολές τους, διέπονται από ρυθμό και αρμονία. Γι’ αυτό και η ανθρώπινη τάξη είναι το αντίγραφο της ουράνιας τάξης και προς αυτήν πρέπει να συμμορφώνεται. Κάθε κοινωνική αταξία απειλεί όχι μόνον την ασφάλεια του κράτους, αλλά και την αρμονία του σύμπαντος. Υπεύθυνος για την αρμονία και την τάξη του κόσμου ήταν ώς το εγγύς παρελθόν (1912, κατάλυση της αυτοκρατορίας και ίδρυση της κινεζικής δημοκρατίας, και από το 1949 ίδρυση της «λαϊκής δημοκρατίας»), ο «θείος αυτοκράτορας». Ο λαός ιεραρχημένος κατά τάξεις όφειλε να τηρεί τους κανόνες μιας πολύπλοκης εθιμοτυπίας, η οποία θεωρούνταν ως άριστο και αρμονικό σύνολο αμεταβλήτων θεσμών. Οι θεσμοί αυτοί, έργο των «θείων» μυθικών αυτοκρατόρων, δεν μπορούσαν να αλλάξουν. Στην πραγματικότητα ακόμη και σήμερα τα πρόσωπα της εξουσίας, παρά τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες, δεν ξέφυγαν πολύ από το αρχέγονο αυτό σχήμα. Και στον Μάο-Τσε Τούνγκ ακόμη μπορεί να ιδεί κανείς, αν και φαινομενικώς και κάτω από μιαν αλλαγμένη οπτική γωνία, την σκιά του αρχέγονου μυθικού αυτοκράτορα. 
 Αυτήν ακριβώς την τάξη διετήρησαν οι δύο ηθικοκοινωνικές και θρησκειοφιλοσοφικές κατευθύνσεις που γεννήθηκαν γύρω στον έκτο π.Χ. αιώνα και δέσποσαν έκτοτε στο θρησκευτικό και κοινωνικό στερέωμα της Κίνας ώς το 1949∙ ο Κομφουκισμός και ο Ταοϊσμός. Την πρώτη, με ιδρυτή τον Κομφούκιο, 551-479 π.Χ., την εκπροσώπησαν μεγάλοι λόγιοι, οι οποίοι πρέσβευαν ότι οι αρετές του παρελθόντος μπορούσαν να βρουν την καλύτερη έκφρασή τους σε ένα δίκαιο, ευνομούμενο και πολιτισμένο κράτος, που θα το κυβερνούσαν φιλόσοφοι ηγέτες και θα το υπηρετούσαν υπεύθυνοι υπάλληλοι. Την δεύτερη, με ιδρυτή τον θρυλικό Λάο Τσε, την εκπροσώπησαν λόγιοι, οι οποίοι διαπνέονταν από τα ιδεώδη του μυστικισμού και κήρυτταν την φυγή από την κοινωνία και την επιστροφή στην φυσική αθωότητα και την αρμονία των αρχών της ανθρωπότητας. 
 Ο ρόλος του Κομφουκισμού ήταν μεγάλος, όχι μόνον στον πολιτισμό αλλά και στην λατρεία της Κίνας. Διετήρησε και έδωσε καινούργιες ερμηνείες στην λατρεία και την προγονολατρία της παλιάς εποχής και με τον καιρό η θρησκευτική παράδοση της Κίνας έκανε αντικείμενο θρησκευτικής λατρείας και τον ίδιο τον Κομφούκιο. Η πρώτη εκδήλωση λατρείας προς τον Κομφούκιο σημειώθηκε το 195 π.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Κάο Τάο προσέφερε για πρώτη φορά θυσία στον τάφο του. Το 59 μ.Χ. με αυτοκρατορικό διάταγμα ο Κομφούκιος έγινε αντικείμενο θρησκευτικής λατρείας με κανονικές θυσίες στα κρατικά σχολεία της χώρας, ενώ κατά την τελευταία περίοδο της δυναστείας των Χαν, η λατρεία του καθιερώθηκε πανηγυρικά για όλον τον λαό. Με την πάροδο των αιώνων ο Κομφούκιος απέκτησε ναούς σε κάθε πόλη της χώρας, από τους οποίους οι πιο περίφημοι και μεγαλοπρεπείς είναι ο ναός του Κομφουκίου στο Πεκίνου και ο ναός Ch’ü-fu στην γενέτειρα του. 
 Το δεύτερο μεγάλο σύστημα, που επηρέασε βαθιά την φιλοσοφική και μυστική σκέψη της Κίνας, είναι ο Ταοϊσμός που διακρίνεται στον φιλοσοφικό και τον θρησκευτικό Ταοϊσμό και διατηρεί μια ιεραρχία μυστών και αγίων. Ο φιλοσοφικός Ταοϊσμός είναι μια θρησκεία για μυστικούς, ασκητές και αναχωρητές. Ο «θρησκευτικός» είναι η λαϊκή θρησκευτική μορφή του Ταοϊσμού, που με το πέρασμα του χρόνου ανακατώθηκε με πολλά λαϊκά, μαγικά και αλχημιστικά στοιχεία και ξαπλώθηκε σε μεγάλες μάζες του λαού. Σκοπός του λαϊκού Ταοϊσμού, που εξελίχθηκε σε πολυδαιμονική θρησκεία, είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο στην ένωση με το Τάο, την ύψιστη και ακατάληπτη αρχή του παντός, και στην επίτευξη της σωματικής αθανασίας με μαγικά μέσα, εξορκισμούς, αποκρυφισμό και γεωμαντεία, που ασκούν ειδικοί μύστες, ιερείς και μάντεις. Συνδέθηκε περισσότερο με την αρχαία λαϊκή θρησκεία, τους θεούς της, τους μύθους και τα πνεύματά της και ανύψωσε στην σφαίρα των θεών και των πνευμάτων πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου εμπλούτισαν το λαϊκό κινεζικό πάνθεο. Μια σειρά από ιερείς, διδασκάλους και «ειδήμονες του αγίου», αποτελούν τους μεγάλους μύστες της λαϊκής λατρείας, που αναζητούν την αθανασία του σώματος με λεπτές μεθόδους φυσιολογίας και με την αλχημεία. Όλοι αυτοί διαπνέονται από παράδοξες αντιλήψεις για το Τάο, την απόλυτη αρχή και τάξη του κόσμου, και επιδιώκουν να ζήσουν βαθιά μέσα τους και να ενώσουν στο προσωπικό τους εγώ τις δύο μορφές της έσχατης αλήθειας, το Γιν και το Γιανγκ, την ύλη και το πνεύμα, την ζωή και τον θάνατο. 
 Οι Ταοϊστικοί ναοί στην Ταϊβάν (για την ίδια την Κίνα οι ειδήσεις είναι ασαφείς σήμερα) και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου, όπου υπάρχουν κινεζικές κοινότητες, ιερουργούνται από ιερείς και μύστες και οι πιστοί μετέχουν στην λατρεία ανάβοντας κεριά και επιχειρώντας να ζήσουν την κοινωνία με το Τάο και να βιώσουν το νόημα της αθανασίας. Οι ειδικοί μύστες τους μαθαίνουν με ποιητική διάθεση, ότι η ζωή είναι ωραία και άξια για μεταμόρφωση. Με την καταφυγή τους σε βουνά, λίμνες και άλλα όμορφα τοπία, οι Ταοϊστές επιχειρούν να ζήσουν ως αληθινοί μύστες το μεγαλείο και το μυστήριο της φύσης, στο οποίο βλέπουν να εκδηλώνεται η ενέργεια του Τάο. 




Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Οι κυρίαρχες θρησκείες, γλώσσες και εθνότητες τής Κίνας



blog counter

Πηγή: Εφημερίδα Καθημερινή τής Κυριακής 12 Ιουλίου 2009.-Ο.Ο.Δ.Ε

Κινέζικος Χριστιανισμός Ανέκδοτο ή μεγάλη ανατροπή;



blog counter



Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗ
Θεολόγου – MΡhil. Θρησκειολογίας – Εκπαιδευτικού


1. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ


Η εκκλησιαστική παράδοση συνδέει το κήρυγμα του Ευαγγελίου στην Κίνα με τις μορφές των αποστόλων Θωμά και Βαρθολομαίου. Εντούτοις οι πρώτοι χριστιανοί ιεραπόστολοι στην μεγάλη χώρα της Ασίας ήταν αποδεδειγμένα Νεστοριανοί. Αυτοί ακολούθησαν τον δρόμο του μεταξιού και στα 638, με το χριστιανικό ημερολόγιο, καλωσορίστηκαν στην αυλή του Κινέζου Αυτοκράτορα, ο οποίος σχεδόν αμέσως επέτρεψε την ανέγερση χριστιανικού ναού στην πρωτεύουσα Ch’ang-an. Ένα αιώνα αργότερα, οι Νεστοριανοί είχαν επεξεργαστεί μια εκδοχή του Χριστιανισμού που ενσωμάτωνε στοιχεία από τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις του Ταοϊσμού, του Κομφουκιανισμού και του Βουδισμού, προκειμένου η νέα πίστη να εναρμονίζεται με τις πνευματικές συνθήκες και απαιτήσεις της κινεζικής κοινωνίας. Με τον ίδιο τρόπο, αιώνες νωρίτερα, η πρώτη Εκκλησία της Παλαιστίνης είχε αναλάβει στοιχεία από τον ευρύτερο ελληνιστικό πνευματικό χώρο κατά την ιεραποστολική της εξόρμηση προς τη μεσόγειο και την Ευρώπη. Μέχρι τον 10ο αιώνα οι Νεστοριανοί απολάμβαναν ειρήνη και ανοχή εκ μέρους της Αυτοκρατορικής διοίκησης. Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν κατά την περίοδο εκείνη. Έγιναν διώξεις, οι οποίες, όμως, όσο σκληρές και αν υπήρξαν, δεν αποδείχθηκαν ικανές να εκριζώσουν την πίστη. Ο χριστιανικές κοινότητες όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν, αλλά αντίθετα, γνώρισαν νέα άνθηση κατά τον 12ο και 13ο αιώνα, σε βαθμό μάλιστα που να είναι σε θέση να διοργανώνουν οι ίδιες πλέον ιεραποστολικές εξορμήσεις προς περιοχές της νοτιοανατολικής Ασίας. Όταν στα 1368 ανήλθε στην εξουσία η δυναστεία Ming, οι χριστιανικές ενορίες –που στην ακμή τους αριθμούσαν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες πιστών– έπεσαν θύματα απηνών εθνικιστικών διώξεων, επειδή είχαν στην πλειοψηφία τους συνταχθεί με το προηγούμενο καθεστώς –εκείνο της Μογγολικής κυριαρχίας. Τα στοιχεία μαρτυρούν δραματική συρρίκνωση των χριστιανικών πληθυσμών κατά τον 14ο αιώνα, όμως το οριστικό χτύπημα στη Νεστοριανή ιεραποστολή δόθηκε στις αρχές του 15ουαιώνα, όταν οι ορδές του Ταμερλάνου σάρωσαν την κεντρική Ασία. Έτσι, ο 16ος αιώνας βρήκε την Κίνα αποστερημένη από ουσιαστική χριστιανική παρουσία και οργανωμένη δραστηριότητα. Η μεγάλη περιπέτεια της «φωτεινής θρησκείας» (Jingjiao) –όπως αποκαλούταν ο Χριστιανισμός– στη σινική επικράτεια έμοιαζε να έχει φτάσει στο τέλος της.
Όμως κάτι τέτοιο δεν έμελλε να συμβεί. Στα τέλη του 16ου και καθ’ όλη τη διάρκεια του 17ου αιώνα, η υπόθεση του εκχριστιανισμού της αχανούς χώρας περιήλθε στα χέρια των παράτολμων μισσιοναρίων του τάγματος του Αγίου Ιγνάτιου Λογιόλα. Το έναυσμα στην όλη προσπάθεια δόθηκε με την ίδρυση του εμπορικού λιμανιού του Μακάο από τους Πορτογάλους το 1556.Εκεί αποβιβάστηκε το 1582 ένας ιεραπόστολος που είχε υπηρετήσει προηγουμένως και στην Ινδία, ο Matteo Ricci, η σημαντικότερη, ίσως, μορφή στην ιστορία του κινεζικού Χριστιανισμού. Σε αντίθεση με τους παλαιότερους ιεραποστόλους, ο Ricci φρόντισε αμέσως να μάθει την κινεζική γλώσσα, και με τον καιρό ανέπτυξε ένα συνεπές σύστημα μετάφρασης των κινεζικών ιδεογραμμάτων στα λατινικά. Με βάση αυτό, και με τη βοήθεια των συνεργατών του, ο Ricci συνέγραψε το πρώτο (1583-88) ευρωπαϊκό λεξικό της κινεζικής γλώσσας (Κινεζο-Πορτογαλικό). Ακολουθώντας την λεγόμενη «στρατηγική του μεταξιού», φορώντας δηλαδή πολυτελή μεταξωτά ενδύματα που τους παρουσίαζαν σαν ευγενείς αντί για ευτελή βαμβακερά, οι πολύπειροι στη διπλωματία ιεραπόστολοι κατόρθωσαν να αποκτήσουν πρόσβαση στην αυτοκρατορική αυλή. Ο Ricci, άλλωστε, ήταν ο πρώτος δυτικός που έγινε δεκτός στην Απαγορευμένη Πόλη. Οι αστρονομικές γνώσεις του ίδιου, όσο και άλλων ιησουϊτών (π.χ. πρόβλεψη ηλιακών εκλείψεων), προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των ευγενών, των διανοούμενων και των αξιωματούχων. Επιπλέον, ο αέρας κοσμοπολιτισμού που απέπνεε η παρουσία τους γοήτευσε τους κύκλους του Παλατιού. Σ’ αυτό συνέτειναν και οι ιδιαίτερες χαρτογραφικές γνώσεις των Ιησουϊτών. Διόλου τυχαία, ήταν ο ίδιος ο Matteo Ricci που ολοκλήρωσε και παρουσίασε τον πρώτο παγκόσμιο γεωγραφικό χάρτη στην ιστορία της Κίνας, ανοίγοντας, έτσι, ένα παράθυρο προς τον έξω κόσμο –ιδίως την Ευρώπη και τις μεγάλες αυτοκρατορίες της. Η δημιουργία του «Χάρτη των Μυριάδων Χωρών του Κόσμου» (Kunyu Wanguo Quantu) –αυτής της «Μαύρης Τουλίπας» της χαρτογραφικής τέχνης, όπως έχει αποκληθεί λόγω της σπανιότητας και του εξωτισμού που αντιπροσωπεύει– εξυπηρετούσε μεν την ανάγκη για γεωγραφική γνώση, αλλά ταυτόχρονα ίσως είχε και μια θρησκευτική σκοπιμότητα. Θα μπορούσε δηλαδή να θεωρηθεί ως ένα έξυπνο ιεραποστολικό στρατήγημα σχετικοποίησης της ντόπιας θρησκείας, καθώς αποκάλυπτε για πρώτη φορά στους κινέζους ευγενείς ότι ακόμη και η απέραντη πλούσια χώρα τους, με τον τόσο αρχαίο και λαμπρό πολιτισμό, δεν είναι παρά ένα μικρό κομμάτι της οικουμένης. Κατά συνέπεια και η ντόπια θρησκεία δεν είναι ούτε μοναδική ούτε αυτονόητα αληθινή, αφού υπάρχουν πολυάριθμα έθνη με πολλές και διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Όπως και να’ χει το πράγμα, το βέβαιο είναι πως οι Ιησουΐτες ιεραπόστολοι κατόρθωσαν να αποκτήσουν προνόμια και δικαιώματα, που τους επέτρεψαν να διεξάγουν με σχετική ανεξαρτησία το προσηλυτιστικό τους έργο. Έτσι, τριάντα χρόνια μετά την έλευσή τους είχαν πλέον δικαίωμα να διεισδύουν και να κηρύττουν στην ενδοχώρα με επίσημη άδεια. Η ανέγερση του Καθεδρικού της Αμώμου Συλλήψεως στο Πεκίνο, του παλαιότερου καθολικού ναού της πόλης, υπήρξε το θεαματικότερο αποτέλεσμα των προσπαθειών αυτών.
Το σημαντικότερο, όμως, στοιχείο της Ιησουϊτικής παρουσίας στην Κίνα υπήρξε η αποδοχή των ντόπιων πολιτισμικών δεδομένων. Υπό την καθοδήγηση του Ricci, οι Καθολικοί ιεραπόστολοι κήρυτταν έναν Χριστιανισμό προσαρμοσμένο στην κινεζική πνευματικότητα και ζωή. Μετέφρασαν την Αγία Γραφή και τελούσαν τη Θεία Λειτουργία στην Κινεζική. Επέλεξαν τους πλέον κατάλληλους όρους για να αποδώσουν τις πρωτόγνωρες για την ασιατική σκέψη χριστιανικές κατηγορίες και έννοιες. Η προσπάθειά τους αποσκοπούσε γενικά στο να γεφυρωθεί το τεράστιο πολιτισμικό χάσμα που χωρίζει την κινεζική από τη χριστιανική κοσμοθεωρία και θρησκευτικότητα. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από την εξαιρετικά ελαστική στάση, την οποίαν επέδειξαν σχετικά με έθιμα καταφανώς διαφορετικά, ακόμη και αντιτιθέμενα προς το εκκλησιαστικό ήθος. Η λατρεία των προγόνων υπήρξε ένα από αυτά, ενώ οι αρχές και κανόνες της ηθικής διδασκαλίας του Κομφουκίου, που επί αιώνες καθόριζαν την ατομική και συλλογική συμπεριφορά του κινεζικού λαού, επιβίωσαν κατά το δυνατόν και εντός της Εκκλησίας, ενδεδυμένες με χριστιανικό μανδύα.
Οι τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα σηματοδότησαν την περίοδο ακμής της Ρωμαιοκαθολικής ιεραποστολής. Στα 1685 χειροτονήθηκε ο πρώτος κινέζος Καθολικός επίσκοπος και στα 1692 ο Αυτοκράτορας Kang Xi, της δυναστείας των Manchu, (όπως αποκαλούταν αλλιώς η δυναστεία Qing, που κυβέρνησε από το 1644 έως το 1912, και ήταν η τελευταία αυτοκρατορική διοίκηση της Κίνας πριν από την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας), εξέδωσε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό για τον Χριστιανισμό διάταγμα θρησκευτικής ειρήνευσης και ανεκτικότητας. 
Το έτος–ορόσημο 1700 οι χριστιανοί στην Κίνα αριθμούσαν περί τους 200.000, αριθμός, που δικαιολογημένα φαντάζει μικρός για τα δεδομένα μιας αχανούς και πολυάνθρωπης χώρας. Αν, όμως, αναλογιστεί κανείς ότι πολλοί από τους προσήλυτους ανήκαν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις και κατείχαν υψηλές διοικητικές θέσεις και αξιώματα, τότε γίνεται αντιληπτή η σημαντική πολιτική επιρροή που είχε κατορθώσει να ασκεί η εισαγόμενη από τη Δύση θρησκεία.1

Ο δέκατος όγδοος αιώνας υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την παρουσία του Χριστιανισμού στην Ασία. Κι αυτό διότι κατά τη διάρκειά του, η μακροχρόνια προσπάθεια ευαγγελισμού των Σινών δέχτηκε καίρια πλήγματα. «Η Καθολική ιεραποστολή στην Κίνα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια από τις μεγαλύτερες χαμένες ευκαιρίες στην παγκόσμια ιστορία». Και τούτο διότι «εάν η Κίνα είχε μεταστραφεί κατά τον 17ο αιώνα, οι συνέπειες που θα είχε το γεγονός αυτό στην κατοπινή ιστορία του Χριστιανισμού, αλλά και στην ίδια τη θρησκευτική ισορροπία της Ευρώπης, θα ήταν ανυπολόγιστες. Μια χριστιανική Κίνα θα μπορούσε να είχε λειτουργήσει ως παράδειγμα για την Ιαπωνία, την Κορέα, το Βιετνάμ και τελικά για ολόκληρη την Ασία».2 Κατά τρόπο ειρωνικό, το ενδεχόμενο αυτό δεν ευδοκίμησε όχι εξαιτίας των αντιδράσεων ή διώξεων εκ μέρους της κινεζικής κοινωνίας και πολιτείας, αλλά λόγω ενδοεκκλησιαστικών συγκρούσεων. Η ανεκτική πολιτική των Ιησουϊτών αναφορικά π.χ. με τη λατρεία των προγόνων, την ενσωμάτωση των ονομάτων των ντόπιων θεοτήτων στις μεταφρασμένες Γραφές ή την αγιοποίηση του Κομφουκίου, προκάλεσε τη μήνη των εχθρών και αντιπάλων του Τάγματος στο εσωτερικό της Καθολικής εκκλησίας. Αυτοί κατόρθωσαν να επηρεάσουν τον Πάπα και να μεταβάλουν την στάση της Αγίας Έδρας έναντι του Τάγματος. Το 1704 απαγορεύτηκε με παπική βούλα η μετάφραση της Αγία Γραφής στα Κινεζικά, ενώ οι Θείες Λειτουργίες καθορίστηκε να τελούνται αποκλειστικά στα Λατινικά. Όπως ήταν φυσικό, ο εξοβελισμός της κινεζικής γλώσσας από την ενοριακή λατρεία και ζωή επέφερε σημαντικό πλήγμα στην εκτίμηση, που έως τότε έδειχνε ο λαός προς τη νέα πίστη. Επιπλέον, η παπική πολιτική έγινε επιθετικότερη όσον αφορά στην απαίτηση για περισσότερη δύναμη και αυτονομία εκ μέρους της Εκκλησίας. Όλα αυτά προκάλεσαν την αντίδραση της Αυτοκρατορικής δυναστείας Qing (Manchu). Έτσι, το 1724 ο Χριστιανισμός τέθηκε επίσημα εκτός νόμου.3 Όπως αναφέρει το σχετικό διάταγμα: «Πως είναι δυνατόν να περιμένουμε από τους ξένους να κατανοήσουν τον κινεζικό πολιτισμό; Κανείς τους δεν γνωρίζει την Κινεζική γλώσσα. Τα λόγια και η φιλοσοφία τους είναι για γέλια. Η διδασκαλίες τους είναι παρόμοιες με κείνες του Βουδισμού, του Ταοϊσμού και των άλλων θρησκειών. Επομένως, εφόσον δεν έχουμε ανάγκη το κήρυγμα τους, το απαγορεύουμε τελείως».4
Όμως, την ειρωνική και υποτιμητική προς τη χριστιανική διδασκαλία στάση των αρχών δεν συμμερίζονταν εκατοντάδες χιλιάδες λαού. Έτσι, όταν στις 4 Σεπτεμβρίου του 1807 πάτησε το πόδι του στο Μακάο ο πρώτος Προτεστάντης ιεραπόστολος στην Κίνα, ο Robert Morrison από την ιεραποστολική εταιρία του Λονδίνου, εγκαινιάστηκε μια νέα εποχή εκχριστιανισμού στην Κίνα. Παρά το γεγονός ότι οι Προτεστάντες ιεραπόστολοι δρούσαν υπό την προστασία και με την ενίσχυση των αποικιοκρατικών δυνάμεων, το έργο τους ήταν σημαντικό. Ιδιαίτερα μετά τον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου (1842) πρωτοστάτησαν στην ίδρυση σχολείων και νοσοκομείων, μεριμνώντας για την εκπαίδευση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του λαού στις απομακρυσμένες περιοχές. Το αποτέλεσμα ήταν, έως το 1949, παραμονή της νίκης των κομμουνιστών του Μάο, οι κινέζοι Προτεστάντες να αριθμούν περί το ένα εκατομμύριο, ενώ περίπου τρεις χιλιάδες ιεροκήρυκες από διάφορες ιεραποστολές (κυρίως από Αγγλία, Η.Π.Α. και Ολλανδία) όργωναν τη χώρα.
Τέλος, για να αναφερθούμε και στην ισχνή Ορθόδοξη παρουσία στην Κίνα, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή συνδέεται κυρίως και πρωτίστως με τη δράση Ρώσων ιεραποστόλων. Αυτοί εισήλθαν μετά τον μαζικό εποικισμό της Σιβηρίας, στα τέλη του 17ου αιώνα, αλλά το κήρυγμά τους δεν βρήκε απήχηση πέρα από τα όρια μικρών κοινοτήτων μεταναστών. Έναν αιώνα αργότερα, τα αποτελέσματα παρέμεναν πενιχρά, ενώ κατά την εξέγερση των Boxers (1898-1900) η Ορθόδοξη ιεραποστολή δέχτηκε ισχυρά πλήγματα. Το κέντρο της στο Πεκίνο πυρπολήθηκε και πολλοί χριστιανοί έχασαν μαρτυρικά τη ζωή τους (εικ.1). Ανάλογα φαινόμενα παρατηρήθηκαν και κατά τη διάρκεια της «πολιτιστικής επανάστασης» του μαοϊκού καθεστώτος. Σήμερα τα πράγματα για τους Ορθοδόξους στην Κίνα είναι πιο ελαστικά. Από την πλευρά του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρεί από το 1996 την Ιερά Μητρόπολη Χονγκ Κονγκ, που περιλαμβάνει την Κίνα, την Ινδία, τις Φιλιππίνες, την Σιγκαπούρη, την Ινδονησία, την Ταϊβάν και όλη τη νοτιοανατολική Ασία. Φυσικά, το ποίμνιο είναι αριθμητικά πολύ περιορισμένο, όμως το έργο που γίνεται είναι αξιέπαινο. Μεγαλύτερη, συγκριτικά, απήχηση έχει η ρωσική ιεραποστολή, εντούτοις οι πιστοί που αναφέρονται στο Πατριαρχείο Μόσχας δεν ξεπερνούν τις μερικές χιλιάδες.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δείχνουν ότι ο Χριστιανισμός στην Κίνα πολύ απέχει από το να θεωρηθεί πρόσφατη υπόθεση. Ούτε και συνδέεται αποκλειστικά η ανάπτυξή του με τη δράση της αποικιοκρατικής ιεραποστολής, καθώς οι ρίζες του χάνονται βαθιά στο χρόνο. Το γεγονός αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ιδιαίτερα, διότι ενώ ο Χριστιανισμός στην Κίνα είναι τόσο παλιός όσο και ο Βουδισμός στην Ιαπωνία, αντιμετωπίζεται συνήθως από τους ερευνητές και την κοινή γνώμη της Δύσης σαν να είναι περίπου ξένο σώμα στη μεγάλη χώρα της Ασία, απότοκο της αποικιοκρατίας και μόνο. Σαν να είναι, δηλαδή, μια πίστη επιφανειακή και αταίριαστη, χωρίς ρίζες στην ντόπια θρησκευτική συνείδηση.

2. ΠΑΡΟΝ – ΜΕΛΛΟΝ


Η εικόνα της Κίνας ως χώρας με τεράστιες ευκαιρίες και δυνατότητες για χριστιανική ιεραποστολή ανατράπηκε απότομα με την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές του Mao Zedong. Υιοθετώντας μια αντιθρησκευτική και αντιδυτική πολιτική στάση, που ταύτιζε τη θρησκεία με τη δεισιδαιμονία και τον χριστιανισμό με τον δυτικό ιμπεριαλισμό, το καθεστώς απέλασε τους ξένους ιεραποστολους ως πράκτορες της αποικιοκρατίας (1951) και απαγόρευσε κάθε έκφραση της χριστιανικής πίστης που δεν εντασσόταν στους κόλπους των επίσημα αναγνωρισμένων από το κόμμα εκκλησιαστικών ομάδων. Οι αλλοδαποί ιεραπόστολοι απεχώρησαν, όμως το γεγονός αυτό είχε και ένα θετικό αποτέλεσμα: οι ντόπιοι πιστοί αναγκάστηκαν να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διοίκηση των τοπικών ενοριών, δίνοντας έτσι το δικό τους στίγμα και χρώμα στη διάδοση του ευαγγελίου. Δημιουργήθηκαν, με τον τρόπο αυτό, τοπικοί εκκλησιαστικοί φορείς, που δραστηριοποιούνταν χωρίς να έχουν άμεση σύνδεση με τα κέντρα του εξωτερικού. Όσον αφορά τους Ρωμαιοκαθολικούς, η κυριότερη τέτοια ομάδα είναι η «Κινεζική Πατριωτική Οργάνωση των Καθολικών» (Chinese Patriotic Catholic Association), η οποία ελέγχει τις περισσότερες ενεργές εκκλησιαστικές κοινότητες, αλλά ουσιαστικά δεν αναγνωρίζεται από το Βατικανό. Η αντίστοιχη Προτεσταντική ομάδα ονομάζεται «Πατριωτικό Κίνημα του Τριπλού Εαυτού» (Three-Self Patriotic Movement), επειδή υποστηρίζει τις αρχές της αυτοδιοίκησης, της αυτοσυντήρησης και της αυτοδιάδοσης. Άλλη σημαντική Προτεσταντική οργάνωση είναι το «Χριστιανικό Συμβούλιο της Κίνας» (China Christian Council) Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι πολλές εκκλησιαστικές κοινότητες δεν ανήκουν στις παραπάνω επίσημες οργανώσεις ή σε κάποιες από τις παραφυάδες τους, αλλά υιοθετούν μια ανεξάρτητη και αυτόνομη στάση. Το γεγονός αυτό τις καθιστά από περιθωριακές έως απαγορευμένες, και σε αρκετές περιπτώσεις οι «κατ οίκον» εκκλησίες έχουν υποστεί σκληρές διώξεις. Εντούτοις, συγκεντρώνουν σημαντικό αριθμό πιστών, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να τελούν τις κοινές προσευχές και τις λατρευτικές εκδηλώσεις τους σε ιδιωτικούς χώρους, που λειτουργούν ως ανεπίσημοι ναοί.5
Ας περάσουμε τώρα στα αριθμητικά μεγέθη. Οι διάφορες μετρήσεις του χριστιανικού πληθυσμού της Κίνας δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Το κινεζικό κράτος, θρησκευτικά ουδέτερο, αλλά δεσμευμένο από το σύνταγμα της χώρας να προστατεύει «τις συνήθεις θρησκευτικές δραστηριότητες», δίνει έναν υπολογισμό της τάξεως των 20.000.000 πιστών, δηλαδή περίπου το 1,6% του συνολικού πληθυσμού. Το Χριστιανικό Συμβούλιο της Κίνας, επίσημη προτεσταντική οργάνωση, κάνει λόγο για 16.000.000 Προτεστάντες και 8.000.000 Καθολικούς για το 2000, ενώ στην ετήσια έκθεσή του για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία, το State Department των Η.Π.Α. υπολογίζει το χριστιανικό πληθυσμό σε 100.000.000 ψυχές, ήτοι το 8% του συνόλου. Η αλήθεια, όπως καταλαβαίνει κανείς, είναι κάπου στη μέση, αφού η μεν κινεζική κυβέρνηση έχει την τάση να συρρικνώνει το φαινόμενο, ενώ η αμερικανική να το διογκώνει για ευνόητους γεωπολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους. Έτσι, οι πιο πρόσφατες ανεξάρτητες καταγραφές από επιστημονικούς φορείς μιλούν για 85.000.000 χριστιανούς στην Κίνα –με την υποσημείωση ότι ο αριθμός αυτός ενδέχεται να είναι οριακά μικρότερος από τον πραγματικό, λόγω του γεγονότος ότι σε ορισμένες περιοχές επικρατεί ακόμη κλίμα στιγματισμού ή δίωξης των πιστών. Όπως και να ΄χει πάντως, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια πληθυσμιακή έκρηξη της χριστιανικής κοινότητας στην Κίνα. Από την εποχή της εγκαθίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας μέχρι σήμερα, ο αριθμός των πιστών έχει δεκαπλασιαστεί. Βέβαια, ως απόλυτο μέγεθος, ο αριθμός αυτός ίσως να φαίνεται αμελητέος μπροστά στον τεράστιο πληθυσμό της χώρας, ωστόσο κατανοεί κανείς τη σημασία του αν τον συγκρίνει, για παράδειγμα, με τον αριθμό των μελών του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος –που δεν ξεπερνούν τα 70 εκατομμύρια. Στο βαθμό που οι υπολογισμοί αυτοί είναι ακριβείς, τότε η Κίνα είναι η τέταρτη κατά σειρά χώρα στον κόσμο με τον μεγαλύτερο χριστιανικό πληθυσμό, μετά τις Η.Π.Α., τη Βραζιλία και το Μεξικό. Αλλά ακόμη κι αν δεχθούμε μια μετριοπαθέστερη αριθμητική τιμή, της τάξεως των 50 εκατομμυρίων, και πάλι η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έχει περισσότερους χριστιανούς από χώρες – αλλοτινά ευρωπαϊκά προπύργια του Χριστιανισμού, όπως η Ισπανία, η Γερμανία, η Γαλλία ή η Μεγάλη Βρετανία.6
Πέραν, όμως, από τα καθαρά στατιστικά δεδομένα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ποιοτικά μεγέθη, διότι αποκαλύπτουν την κοινωνική και πολιτισμική ιδιοσυστασία του σώματος των κινέζων χριστιανών. Έτσι, η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών ζουν σε αγροτικές περιοχές, όπου οι συνθήκες διαβίωσης είναι δυσάρεστες και επικρατεί φτώχια και εγκατάλειψη. Λόγω των ελάχιστων πόρων που διαθέτουν, οι τοπικές κοινότητες δεν είναι συνήθως σε θέση να ανεγείρουν ναούς ή ευκτήριους οίκους, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν ούτε τα στοιχειώδη, όπως π.χ. αντίτυπα της Αγίας Γραφής. Το μορφωτικό επίπεδο είναι εξαιρετικά χαμηλό, οι περισσότεροι κληρικοί προτιμούν τις αστικές περιοχές και το αποτέλεσμα είναι οι κάτοικοι στην περιφέρεια να παραμένουν θρησκευτικά υποσιτισμένοι και εν πολλοίς αστοιχείωτοι. Η γνώση του δόγματος είναι σχεδόν μηδαμινή κι συνεπώς η θρησκευτική ζωή επικεντρώνεται σε εκδηλώσεις λαϊκής ευσέβειας, όπου χριστιανικές έννοιες συμπλέκονται και αναμειγνύονται με παραδοσιακές κινεζικές συνήθειες και πατροπαράδοτες συμβάσεις, όπως π.χ. ο σεβασμός των τέκνων προς τους γεννήτορες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και μορφωμένοι ή οικονομικά εύρωστοι χριστιανοί στην Κίνα. Κάθε άλλο. Σημαντική μερίδα διανοουμένων, μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, πρεσβεύουν έναν «πολιτισμικό Χριστιανισμό» (Cultural Christianity), ο οποίος έγκειται στην αποδοχή των ηθικών κανόνων και αρχών της πίστης, χωρίς όμως και την ανάλογη συμμετοχή στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πρόκειται δηλαδή για ένα Xριστιανισμό–ιδεολογικό σύστημα, που η υιοθέτησή του εκ μέρους της πνευματικής ελίτ συνδέεται περισσότερο με μια διάθεση εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού της χώρας και λιγότερο με τη ζωντανή θρησκευτική πίστη και δέσμευση.7
Μια άλλη ενδεικτική παράμετρος είναι η επικυριαρχία του θηλυκού στοιχείου: πάνω από το 70% του χριστιανικού πληθυσμού της Κίνας είναι γυναίκες. Όπως γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία, παρόμοια σύσταση είχε το εκκλησιαστικό σώμα και κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού. Το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του, διότι η γυναικεία παρουσία αποδεδειγμένα εγγυάται τη ραγδαία εξάπλωση της πίστης στο κοινωνικό σύνολο.8 Αν συμβεί λοιπόν στην Κίνα ό,τι συνέβη και στην αρχαία Εκκλησία, τότε η αναμενόμενη από την έρευνα χριστιανική έκρηξη στην περιοχή θα πρέπει να θεωρείται εξαιρετικά πιθανή. Βέβαια η συντριπτική πλειοψηφική παρουσία των γυναικών δεν έχει την αναλογική της αντιπροσώπευση στη διοίκηση της εκκλησίας.9 Αυτό, όμως, είναι, εν πολλοίς, αναμενόμενο αν αναλογιστεί κανείς την πραγματικότητα που επικρατεί και στον ευρύτερο χριστιανικό χώρο, λόγω της αρνητικής προκατάληψης αναφορικά με τη χειροτονία των γυναικών.
Αναφορικά, τώρα, με το είδος του χριστιανισμού που επικρατεί διαπιστώνουμε και στην Κίνα το ίδιο φαινόμενο που παρατηρείται και στη Λατινική Αμερική και την Αφρική: την επικυριαρχία του χαρισματικού καιενθουσιαστικού στοιχείου.10 Ακόμη και χριστιανικές ομολογίες ή ομάδες που δεν ανήκουν στους Πεντηκοστιανούς διατηρούν ένα ισχυρό χαρισματικό στοιχείο, καθώς δίνεται προτεραιότητα στην προσωπική αναγέννηση και θεραπεία. Ιδιαίτερα ο παράγοντας της ψυχοσωματικής θεραπείας χαίρει μεγάλη εκτιμήσεως, διότι συναρμόζεται με παραδοσιακές εννοήσεις περί αποτροπής, και λύτρωσης από δαιμονικά πνεύματα και λοιπές αρνητικές επιρροές. Κινείται, συνεπώς, και ο κινεζικός χριστιανισμός προς μια πραγματιστική κατεύθυνση, λαμβάνοντας χρησιμοθηρικό και εργαλειακό προσανατολισμό –πράγμα που, άλλωστε, τον τοποθετεί εντός του κραταιού ρεύματος της θεραπευτικής θρησκευτικότητας που χαρακτηρίζει τους μεταμοντέρνους καιρούς μας.

Αξιολογώντας όλα τα παραπάνω στοιχεία, μπορούμε εν κατακλείδι να πούμε ότι η έκρηξη του Χριστιανισμού στην Κίνα αποτελεί ένα μεγάλο αίνιγμακαι μια μεγάλη πρόκληση, όχι μόνο για την περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας, αλλά για την παγκόσμια χριστιανική κοινότητα. Διότι εκεί φαίνεται πως λαμβάνει χώρα μια νέα δυναμική ζύμωση πρωτογενών και θεμελιακών στοιχείων του ευαγγελικού μηνύματος με πολιτισμικές και θρησκευτικές ιδέες και πρακτικές από την κινεζική πραγματικότητα. Το γεγονός ίσως δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία –εξάλλου δεν είναι πρωτοφανής η συνάντηση του Χριστιανισμού και τοπικών παραδόσων– εάν δεν εξελισσόταν εντός των συνόρων μιας οικονομικής και πυρηνικής υπερδύναμης. Στην ραγδαία αναπτυξιακή πορεία που ακολουθεί η Κίνα, ο νέος, «σινοποιημένος» Χριστιανισμός μπορεί να ασκήσει μεγάλη επίδραση στα πολιτισμικά περιβάλλοντα της ευρύτερης περιοχής. Και σε περίπτωση που η Κίνα προχωρήσει σε ακόμη πιο φιλελεύθερες πολιτικές –πράγμα πολύ πιθανόν– ο Χριστιανισμός ενδέχεται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Ενδέχεται να λειτουργήσει ως εργαλείο πολιτισμικής προσέγγισης με τη Δύση και ως γέφυρα συνεννόησης, δίοδος εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού της χώρας.

Πέραν, όμως, από την όποια γεωπολιτική του σημασία, ο κινεζικός Χριστιανισμός ενδεχομένως να συμβάλλει (και αυτός μαζί με τους υπόλοιπους «Χριστιανισμούς του Νότου»11) στο γενικότερο κλίμα σταδιακής μεταμόρφωσηςτου Χριστιανισμού από θρησκεία των λευκών–ευημερούντων–δυτικών σε θρησκεία των αυτοχθόνων πληθυσμών του αναπτυσσόμενου κόσμου, που μαστίζονται από οικονομική ανέχεια και άλλα δεινά. Μεταναστεύει, δηλαδή, ο Χριστιανισμός από τα μητροπολιτικά κέντρα της Δύσης στην περιφέρεια, καθώς εκεί βρίσκονται πληθυσμοί οι οποίοι τον έχουν, ως φαίνεται, περισσότερο ανάγκη. Γίνεται (για μια ακόμη φορά στην μακραίωνη ιστορία του) θρησκεία των φτωχών και των εξαθλιωμένων, των αγανακτισμένων και των εξεγερμένων, γίνεται η ελπίδα των απελπισμένων, ο φάρος όσων ζουν στο σκοτάδι της κοινωνικής αδικίας και εκμετάλλευσης. Υιοθετείται το ανατρεπτικό μήνυμα του Ευαγγελίου από τους παρίες της οικουμένης και τους απόβλητους της παγκοσμιοποίησης, και εμπνέει κοινωνικά κινήματα και ιδεολογικά ρεύματα. Υπάρχουν, φυσικά, και περιπτώσεις όπου ο Χριστιανισμός στον «αναπτυσσόμενο», λεγόμενο, κόσμο έρχεται να στηρίξει την καθεστηκυία τάξη και να επευλογήσει την απόσυρση στην ιδιωτικότητα, σε βάρος της ιστορικής εγρήγορσης και της πολιτική δράσης. Όμως και πάλι εκείνο που μετράει είναι η θέρμη και ο ενθουσιασμός με τον οποίον αποδέχονται το κήρυγμα του Ευαγγελίου οι μάζες, αναδεικνύοντάς το σε παράγοντα διαμορφωτικό και αναθεωρητικό της υπάρχουσας κοινωνικής συνθήκης.

Σχηματοποιώντας πιθανώς υπερβολικά τα πράγματα, θα λέγαμε, λοιπόν, πως ο Χριστιανισμός παρακμάζει και εκφυλίζεται στα παραδοσιακά δυτικά του λίκνα, καθώς έχει μεταλλαχθεί σε αφηρημένο και θεωρητικό θρησκευτικό μόρφωμα, συγκρητιστικού, εν πολλοίς, χαρακτήρα. Τη θέση του στις ψυχές των δυτικών μοιάζει να έχει καταλάβει η λεγόμενη Νέα Πνευματικότητα, καθώς ο αποκρυφιστικός, χρησιμοθηρικός και εργαλειακός προσανατολισμός της έρχεται να καλύψει πιθανώς πληρέστερα την ανάγκη του εθισμένου καταναλωτή-πολίτη του δυτικού κόσμου για ευτυχία, θεραπεία και ευημερία.12 Αντίθετα, ο Χριστιανισμός, στο βαθμό που διατηρεί το προφητικό-κριτικό κεντρί του ενεργό ενάντια στο «πνεύμα του κόσμου», φαντάζει υπερβολικά αυστηρός, ανελαστικός και παρωχημένος. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, όμως, ανθεί και θάλλει στον αναπτυσσόμενο κόσμο, αγκαλιάζεται με ζήλο από τους παρίες και τους απόκληρους της οικουμένης.

1 Για την ιστορία του Χριστιανισμού στη Κίνα βλ. DANIEL H. BAYS (ed.), Christianity in China: From the Eighteenth Century to the Present, (Stanford: Stanford U.P., 1996), PHILIP JENKINS, The Next Christendom: The Coming of Global Christianity, (New York: Oxford U.P., 2007, 26-27, 33, 37-41) και CHRISTOPHER PARTRIDGE, Οι Θρησκείες τουΚόσμου, μτφρ. Βασίλης Αδραχτάς, Ουρανός, Αθήνα 2005, 403-406
2 Βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 40
3 Για την ταραχώδη για τον κινέζικο Καθολικισμό περίοδο του 18ου αιώνα βλ. ROBERT E. ENTENMANN, Catholics and Society in Eighteenth-Century Sichuan, στο DANIEL H. BAYS (ed.), ό.π. 8-23
4 Βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 41
5 Σχετικά βλ. το άρθρο της KATE McGEOWN, China’s Christians Suffer for their Faith,για το BBC NEWS, που υπάρχει στον διαδικτυακό τόποhttp://news.bbc.co.uk/go/pr/fr/-/2/hi/asia-pasific/3993857.stm
6 Για τα αριθμητικά δεδομένα του Χριστιανισμού στην Κίνα βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 80-81 και PAUL DAVENPORT, New Government Statistics on China’s Christians: Dramatic Church Growth is Evident from All Sources, στο http://www.worthynews.com/news-features/compass-china-survey.html
7 Σχετικά βλ. CHRISTOPHER PARTRIDGE, ό.π. 404
8 Σχετικά βλ. RODNEY STARK, Η Εξάπλωση του Χριστιανισμού, μτφρ. Μαρία Λουκά, Άρτος Ζωής, Αθήνα 1996, 149-198
9 Σχετικά βλ. το άρθρο When Opium Can Be Benign, The Economist, 3/2/2007, 28
10 Βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 81
11 Σχετικά βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Ο Σταυρός του Νότου: Το Νέο Πρόσωπο του Χριστιανισμού στη Λατινική Αμερική, κείμενο που υπάρχει αναρτημένο και στην παρούσα ηλεκτρονική διεύθυνση: http://e-theologia.blogspot.com/search/label/ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ
12 Για το φαινόμενο της Πνευματικότητας βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ,Εναλλακτικές Θρησκευτικές Ταυτότητες στη Μεθόριου Μοντέρνου-Μεταμοντέρνου: Η Περίπτωση της Νέας Πνευματικότητας, στο συλλογικό τόμο: ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ (Επιμ.),Κρτιτικές Προσεγγίσεις στον Ορθόδοξο Πολιτισμό: Όψεις του Ελληνικού Παραδείγματος,Α. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2007, 222-268



[Πρώτη δημοσίευση: Ψηφιακό Περιοδικό The Athens ID
(τ.2, Μάρτιος-Απρίλιος 2008, σσ.120-130)
στον ιστότοπο: http://www.democracycrisis.com/]

AΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ «ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ» ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2020 ΚΑΙ 2021.

blog counter Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί «ο Χριστός είη εν τω μέσω ημών». Ευχαριστηριακές δοξολογίες οφείλουμε στον «ενανθρωπήσαντα» Θεό μας...