Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ Η ΓΙΟΓΚΑ



blog counter



του Γιοχάννες  Άαγκααρντ

Καθηγητού Θρησκειολογίας στό Πανεπιστήμιο Άαρχους της Δανίας.

 Μετάφραση Γρηγόριος Μπάγκαβος, θεολόγος-φιλόλογος.



1. Εισαγωγή

Υπάρχουν πολλές καινούργιες λέξεις και έννοιες που εισέρχονται στη γερμανική γλώσ­σα της καθημερινότητος χωρίς να είναι πάντα σαφές τι σημαίνουν στην πραγματικότητα. Είναι σημαντικό εμείς οι Χριστιανοί να γνωρίσουμε αυτές τις έννοιες, για να τις κατανοή­σουμε καλύτερα, διαφορετικά δεν θα μπορέ­σουμε να τοποθετηθούμε
πραγματικά απένα­ντι στις έννοιες που αυτές οι λέξεις μεταφέ­ρουν.



2. Όλα είναι στάχτη!

Η στάση ζωής της Γιόγκα εκφράζεται ως ακολούθως: «Η στάχτη είναι φωτιά, η στάχτη είναι νερό, η στάχτη είναι γη, όλα είναι στά­χτη, ο αιθέρας είναι στάχτη, οι αισθήσεις είναι στάχτη, τα μάτια και κάθε άλλος τρόπος αντίληψης είναι στάχτη» (Ατάρβα Σίρας). Με αυτά τα λόγια υπογραμμίζεται ότι όλα είναι πρόσκαιρα, προσωρινά, πόνος, βάσανα και θάνατος. Η ζωή με τα βάσανα της και με το θάνατο συνεχίζεται σε έναν αιώνιο κύκλο (πε­ριπλανήσεις ψυχών), από τον όποιο δεν μπο­ρεί να ξεφύγει κανένας άνθρωπος. H αιώνια ζωή είναι το ατελείωτο και ανυπέρβλητο βά­σανο. Οι συνεχείς επαναγεννήσεις θα γεμί­ζουν το μέλλον και το αν θα πάει κανείς προς τα πάνω, προς μια καλύτερη ζωή, είτε προς τα κάτω, προς μια χειρότερη ζωή, αυτό δεν έχει καμμία σημασία, γιατί όλη η ζωή είναι στάχτη.

Οι διάφορες ινδουιστικές θρησκείες έχουν αυτό το κοινό σημείο: επιδιώκουν να εξέλθουν αυτού του κύκλου της ζωής, για να γλυτώσουν από το βάσανο της ζωής! Αυτό δεν μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς ως ώθηση προς θάνα­το, διότι επιδιώκουν να ξεφύγουν και από τον θάνατο επίσης. Κάποιος θα μπορούσε να το προσδιορίσει μάλλον ως φόβο ενώπιον της ζωής, διότι η ζωή είναι που τρομοκρατεί τους Ινδουιστές και αυτό για εύλογες αιτίες, αφού η ζωή είναι σκληρή στην ινδική χερσόνησο: αρρώστιες κάθε είδους, λιμοί εξαιτίας ξηρα­σιών και πλημμύρων, πόλεμοι και καταπίεση έχουν κάνει τους Ινδούς να βιώνουν τη ζωή ως μια αφόρητη σειρά από ήττες και βάσανα. Αυτό διαπλάθει τη θρησκευτικότητα των ανθρώπων. Κατά πρώτο λόγο εμφανίζεται ο Σίβα και η συμπαίκτριά του Κάλι ως έκφραση αυτής της οδυνηρής βιώσεως της ζωής.



3. Ο φόβος ενώπιον του θανάτου

Τα διάφορα απολυτρωτικά συστήματα που έχουν ως βάση τον Ινδουισμό είναι απόπειρες απαλλαγής από τη ζωή και από τον θάνατο επίσης. Αν όμως δεν μπορεί να πετύχει κανείς μία πλήρη απελευθέρωση από τη ζωή και τον θάνατο, εν τούτοις μπορεί σε κάθε περίπτωση να μειώσει τις εκδηλώσεις της ζωής. H Γιόγκα είναι έκφραση της αντιλήψεως ότι ο άνθρωπος μπορεί να ελαττώσει τα βάσανα και να ξεπερά­σει το δισταγμό του μπροστά στο θάνατο μέσω του περιορισμού ή της απραξίας των φυσιολο­γικών ζωτικών λειτουργιών. Ένα σημαντικό κείμενο μέσα από τη φιλολογία της Χάθα Γιό­γκα (Γκοράκσα Σατάκα) το εκφράζει αυτό ως ακολουθίας:

«91. Εν όσω παραμένει στο σώμα η ζωτική δύναμη (πράνα), δεν φεύγει η ζωή (γίβα), αλλά αν διαφύγει η ζωτική δύναμη, τότε έρχε­ται ο θάνατος. Γι' αυτό πρέπει να γίνει κανείς κυρίαρχος στη συγκράτηση της πράνα.

92. Εν όσω κρατιέται η πράνα μέσα στο σώμα μέσω της συγκρατήσεως της αναπνοής, παραμένει επίσης η συνείδηση (κίττα) ελεύθε­ρη από αρρώστια. Τι λόγος υπάρχει τότε να φοβάται κανείς το θάνατο έφ' όσον παραμένει στεριωμένη η δράση ανάμεσα στα φρύδια;

93. Εξ αιτίας του φόβου ενώπιον του θανά­του ο Βράχμα (Θεός-Δημιουργός) είναι απησχολημένος με το να συγκρατεί την αναπνοή (πράνα-γιάμα). Το ίδιο ισχύει για τους γιόγκι και τα άγια πρόσωπα. Γι' αυτό πρέπει κανείς να συγκρατεί την αναπνοή».

Σ' αυτό το κείμενο το κίνητρο για να κάνει κάποιος Γιόγκα είναι ο φόβος ενώπιον του θανάτου και το μέσον για να ξεφύγει κανείς από αυτόν είναι η συγκράτηση της αναπνοής. Αλλά αυτό ισχύει αντίστοιχα και για άλλες ζωτικές λειτουργίες, έτσι ώστε να τις φρενάρει κανείς, να τις σταματήσει ή να τις θέσει εκτός λειτουργίας. Για να το πετύχει κανείς αυτό χρησιμοποιεί τις διάφορες τεχνικές της Χάθα Γιόγκα.



4. Τεχνικές της Χάθα Γιόγκα

Οι ασκήσεις αναπνοής (πράνα-γιάμα) που διδάσκεται κανείς δεν έχουν ως στόχο να μά­θουν κάποιον να αναπνέει καλύτερα, αλλά να μειώσουν την αναπνοή ή καλύτερα να την στα­ματήσουν τελείως, όπως διδάσκει το παρατεθέν κείμενο. Κατά τον ίδιο τρόπο υποτίθεται ότι λειτουργούν και οι διάφορες σωματικές στάσεις (ασάνες), δηλαδή να θέσουν εκτός λει­τουργίας ολόκληρο το σώμα. Το σώμα οφείλει να γίνει εντελώς άκαμπτο και απολύτως ακί­νητο και σκληρό σε ασάλευτες στάσεις. Οι λέ­ξεις για διαλογισμό (μάντρας) που δίδονται σε κάποιον υποτίθεται ότι αποβλέπουν στο να θέ­σουν εκτός λειτουργίας τη σκέψη και την συ­νείδηση. Συχνά πρόκειται για ονόματα θεών και σύντομες προσευχές.

Οι συμβολικές κινήσεις του σώματος (μουντράς και μπάντας) στις οποίες εξασκείται κα­νείς αποσκοπούν κυρίως στο να κλείσουν και τις «εννέα πύλες του σώματος», έτσι ώστε να μην φθάνει καμμία αισθητηριακή αντίληψη στη συνείδηση. Το σώμα πρέπει να λιμοκτονή­σει από εξωτερικές αντιλήψεις. Όταν συμβεί αυτό, το σώμα επιθυμεί μόνο του να εξασφαλί­σει υποκατάστατες αντιλήψεις εσωτερικής φύ­σεως: εσώτερο φως, εσώτερους ήχους, εσώτερη όσφρηση, εσώτερη απόλαυση.

 Στόχος επομέ­νως της Γιόγκα δεν είναι να βελτιώσει τη ζωή του άνθρωπου, αλλά να του προσπορίσει μία άλλη, εσωτερική ζωή ως υποκατάστατο της ζωής από την οποία θέλει να ξεφύγει. Ένα εντελώς διαφορετικό σύμπαν, μία εντελώς νέα διάσταση αναμένει τον διαλοξόμενο που είναι πρόθυμος να γίνει μαθητής και να ακολουθή­σει την οδό του γκουρού. Αυτό είναι το καίριο σημείο που θα πραγματευθούμε στα τελευταία αποσπάσματα. Όλες αυτές οι τεχνικές διδά­σκονται στις σχολές της Γιόγκα. Σε καμμία πε­ρίπτωση δεν είναι ουδέτερες τεχνικές, αλλά πρόκειται για τεχνικές υπερβάσεως τόσο της ζωής όσο και του θανάτου και υπηρετούν τους σκοπούς της ανωτέρας Γιόγκα.



5. Τάντρα Γιόγκα

H ανωτέρα Γιόγκα έχει πολλά ονόματα. Αρχικά γίνεται η διάκριση ανάμεσα στη Γιό­γκα του αισθήματος ή της λατρείας (Μπάκτι). στη Γιόγκα της δράσεως (Κάρμα) και στη Γιό­γκα της γνώσεως (Γκνάνα). Όμως ακόμη πιο σημαντική είναι η μεγάλη ή υψηλή Γιόγκα, που ονομάζεται Τάντρα-Γιόγκα (έχει και άλλα ονόματα π.χ. Κρίγια-Γιόγκα, Λάγια-Γιόγκα, Κουνταλίνι-Γιόγκα ή Ράτζα-Γιόγκα). Οι τρεις κλασσικοί δρόμοι μέσω αισθήματος, δράσεως και γνώσεως απαιτούν πολλές ζωές και πολύ άσκηση, για να οδηγήσουν κάποιον έξω από τον κύκλο της ζωής και του θανάτου. Απένα­ντι σ' αυτούς η Τάντρα-Γιόγκα είναι ο γρήγο­ρος, αλλά συνάμα και ο σκληρός δρόμος. Αυτό διότι οι περισσότερες σχολές Γιόγκα διδά­σκουν ότι βρισκόμαστε προσωρινά σε μια πε­ρίοδο παρακμής (Κάλι-Γιούγκα) που η χροντροκοπιά της πρέπει να πληρώνεται με το ίδιο νόμισμα και αυτό είναι η Τάντρα-Γιόγκα. Οι περισσότερες σχολές Γιόγκα είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ταντρικές.

Ενώ οι περισσότερες ινδουιστικές θρη­σκείες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αρνούνται τη ζωή και είτε απορρίπτουν τη σεξουαλικό­τητα ή πάντως την μειώνουν, η Τάντρα-Γιό­γκα υιοθετεί μία πλήρως διαφορετική στάση. Και η Τάντρα θέλει να βγει έξω από τον κύκλο της ζωής και του θανάτου. Και η Τάντρα θεω­ρεί τη ζωή την ίδια ως ένα δηλητήριο. Αλλά η Τάντρα ισχυρίζεται ότι πρέπει κανείς να εκ­διώκει το κακό με κακό και το δηλητήριο με δηλητήριο.

Σε αυτή τη συνάφεια η σεξουαλικότητα παίζει ένα σημαντικό ρόλο μέσα στη Γιόγκα. Αυτό το παρατηρεί κανείς βέβαια μόλις μετά από μια αρκετά μακρά περίοδο ενασχόλησης με αυτή τη μορφή της Γιόγκα, επειδή η Γιόγκα (όπως και πολλές άλλες ανατολικές θρησκείες) δρουν σε δύο επίπεδα και επιδεικνύουν γι' αυτό το λόγο ένα πρόσωπο προς τα έξω και ένα άλλο πρόσωπο προς τα μέσα. Σε αυτό το γεγο­νός αντιστοιχεί μια ιδιαίτερη γλώσσα, που είναι σαφώς διφορούμενη και η οποία όσο φα­νερώνει, άλλο τόσο κρύβει. Οι κεντρικές έννοι­ες της Γιόγκα, π.χ. μπίντου και πράνα, έχουν εν μέρει μια πολύ συγκεκριμένη σωματική σημα­σία και εν μέρει περισσότερο συμβολικές και πνευματικές σημασίες.



6. Ο μυστικισμός τον σπέρματος

Είναι μία πάγια πεποίθηση στα κείμενα της Γιόγκα ότι ο άνθρωπος καταναλώνει τη ζωτική του ενέργεια και εκθέτει τον εαυτό του στην αρρώστια και το θάνατο, όταν δραστηριο­ποιείται σεξουαλικά με φυσιολογικό τρόπο. Γι' αυτό δεν πρέπει να συγκρατείται μόνο η πράνα με την έννοια της αναπνοής, αλλά και το σπέρμα (μπίντου). Η συγκράτηση της ανα­πνοής και όλες οι άλλες τεχνικές υπηρετούν αυτό το σκοπό. Μέσω της συγκρατήσεως του σπέρματος1 μπορεί κανείς να κερδίσει την αθανασία ή παντως να ξανανιώσει ο ίδιος και να αναβάλλει το θάνατο. Αλλά αν είναι να συμβεί αυτό, τότε πρέπει το σπέρμα να μετα­βληθεί σε νέκταρ, αμβροσία, ελιξίριο ζωής ή όπως αλλιώς μπορεί να ονομάσει κανείς αυτό το ζωτικό ποτό. Κατά βάθος, αυτό είναι το κύ­ριο αντικείμενο της Γιόγκα.



7. Το φίδι της κουνταλίνι

Σε αυτή τη συνάφεια δεν μπορούν να περι­γραφούν οι διάφορες λεπτομέρειες, αλλά η αποκορύφωση της Γιόγκα στις διάφορες σχο­λές της είναι η γενετήσια ένωση ως τελετουρ­γικό (Μαϊτούνα) συνδεδεμένο με διάφορες τε­χνικές Χάθα Γιόγκα. Δηλαδή η Γιόγκα επιχει­ρεί να επιστρατεύσει τον οργασμό ως την απο­φασιστική εμπειρία απελευθερώσεως τόσο από τη ζωή όσο και από το θάνατο και ως μία ενοποίηση με το θεϊκό. Ναι, πρόκειται πράγματι για μια θεοποίηση2 του ανθρώπου. Αυτό συμβαίνει κυρίους μέσω του διαλογισμού που έχει ως αντικείμενο το φίδι της κουνταλί­νι. H πράνα ή η ζωτική δύναμη (για την οποία έγινε λόγος στο παραπάνω παράθεμα) είναι ταυτόσημη με τη σεξουαλικότητα, η οποία αναπαριστάται με ένα φίδι που ονομάζεται κουνταλίνι (σημαίνει «τυλιγμένο μαζί»).

Η κουνταλίνι πιστεύουν ότι εξαναγκάζεται να αρχίσει να κινείται από τη θέση της κάτω από τον κόκκυγα μέσω ενός καναλιού στη ραχοκοκκαλιά προς τα επάνω. Κατά την πορεία αυτή θα διατρέξει μια σειρά από σταθμούς που ονομάζονται τσάκρας. Σε κάθε περαιτέρω σταθμό κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερη δύνα­μη και γίνεται συνεχώς θεϊκότερη. Αυτή η ψευδής θεοποίηση εκφράζεται μέσω του γεγο­νότος ότι ο διαλογιζόμενος αποκτά υπερφυσι­κές ικανότητες, π.χ. μπορεί, όπως λένε, να μετεωρίζεται ελεύθερα στον αέρα και να περνάει μέσα από τοίχους. Αυτά τα «σίντις» και η επο­νομαζόμενη «Σίντα-Γιόγκα» υπάρχουν τώρα σε όλο τον κόσμο και εκπροσωπούνται από τον «Υπερβατικό Διαλογισμό» που έναντι αδράς αμοιβής υπόσχεται στον διαλογιζόμενο την ικανότητα να υπερνικήσει τη βαρύτητα.



8. Ο μέγας ΘΑΝΑΤΟΣ ή η αθανασία.

Όταν το φίδι της κουνταλίνι, μετά από τις επίπονες ασκήσεις Γιόγκα, όπου εφαρμόζο­νται όλες οι τεχνικές της Χάθα-Γιόγκα και αποκτούν το νόημα τους, πιεστεί τελικά προς τα πάνω μέσα στην κορυφή του εγκεφάλου, τό­τε λαμβάνει χώρα η κοσμική απολύτρωση μέσω ενός είδους σούπερ οργασμού. Στην πραγματικότητα μιλάμε για οργασμικές εμπει­ρίες, που διαμέσου ισχυρών παραισθησιακών αισθημάτων προσλαμβάνουν έναν ιδιαίτερα βίαιο χαρακτήρα. Και αυτή ακριβώς η εμπει­ρία εκλαμβάνεται ως μία γενετήσια ένωση με­ταξύ του θεού Σίβα, που θρονιάζεται πάνω-πάνω στον εγκέφαλο, και της συμπαίκτριάς του της Κάλι, που ως η δύναμη του (σάκτι) ταυτίζεται με την κουνταλίνι. Αυτή η οργασμική εμπειρία γίνεται αντιληπτή ως ο μεγάλος ΘΑΝΑΤΟΣ, μέσω του οποίου ξεφεύγει κανείς από τον κόσμο της πολλαπλότητας και βιώνει τη μεγάλη ελευθερία. Από εκεί ξαναγυρίζουν μονάχα οι εκλεκτοί, που ως γκουρού αφοσιώνονται στην απελευθέρωση άλλων ανθρώπων. Όλοι οι συνηθισμένοι άνθρωποι, σύμφωνα με την ίδια τη διδασκαλία της Γιόγκα, πεθαίνουν τρεις εβδομάδες μετά την πλήρη απελευθέρω­ση. Αυτός ο θάνατος (και μόνο αυτός) οδηγεί μακριά από κάθε ζωή και κάθε θάνατο προς την ολοκληρωτική ελευθερία.



9. Η φυγή από τον θάνατο προς τον θάνατο.

Είναι αξιοσημείωτο μια θρησκευτικότητα που ωθείται από την αγωνία ενώπιον του θα­νάτου να οδηγείται ίσα-ίσα προς το μεγάλο ΘΑΝΑΤΟ. Αυτό εξηγείται άπ' το γεγονός ότι η Γιόγκα, όπως ειπώθηκε. καθορίζεται όχι μό­νο από το φόβο ενώπιον του θανάτου, αλλά και από το φόβο ενώπιον της ζωής. Ως εκ τού­του η Γιόγκα επιζητεί να φθάσει πέραν της ζωής και του θανάτου, εκεί που θα μπορούσε να το ονομάσει κανείς αιώνιο θάνατο, ελεύθε­ρο από κάθε τι εφήμερο, αρρώστια και άπ’ όλα τα βάσανα.

Όταν κανείς διαβάσει με εμβρίθεια τα κε­ντρικά κείμενα της Γιόγκα, θα ανακαλύψει ότι είναι πλήρους καθορισμένα από τα προβλήμα­τα της γηράνσεως. Η Γιόγκα είναι η απόπειρα του ανθρώπου να σταματήσει τη φθορά του σώματος, να αναβάλει το θάνατο και ταυτό­χρονα να προετοιμάσει το θάνατο μέσω της αποχωρήσεως από τη ζωή. Αυτή η απόσυρση συμβαίνει εν μέρει κοινωνικά με το να παραι­τείται κανείς από τις ανθρώπινες σχέσεις και να φεύγει στο δάσος ή στο βουνό, για να ζήσει μόνος και εν μέρει με το να απομακρύνεται κα­νείς πνευματικά από τα συμβάντα της ζωής. Το τελευταίο μπορεί να το κάνει κάποιος ακό­μη και παραμένοντας στις κοινοτικές του σχέ­σεις ως αρχηγός οικογενείας. Επομένως η Γιόγκα είναι κάτι για γέρους, στη πραγματι­κότητα μόνο για γέρους. Αυτό έγκειται στη φύση του πράγματος ως συνέπεια ήδη του μυ­στικισμού του σπέρματος, για τον οποίο έγινε λόγος.



10. Γιόγκα για το καλό της υγείας.

Πολλοί μαθητές εξασκούμενου στη Γιόγκα θα αντιτείνουν ότι όλη αυτή η θεωρητικολογία τους είναι αδιάφορη, επειδή αυτοί είχαν καλές προσωπικές εμπειρίες από τη Γιόγκα. Λένε ότι χάρις σ' αυτή έγιναν υγιέστεροι. Αυτό οφείλει κάποιος να το σεβαστεί, αλλά και να το κατανοήσει σωστά.

Ένα παράδειγμα μπορεί να το φωτίσει αυ­τό: υπάρχουν πράγματι πολλοί νεαροί άνδρες, στους οποίους ο χρόνος της στρατιωτικής θη­τείας έχει κάνει καλό. Γυμνάσθηκαν σωματικά και έμαθαν ως ένα βαθμό να ελέγχουν τον εαυ­τό τους. Αυτό ενίσχυσε την υγεία τους. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο στρατός έχει έναν εντελώς διαφορετικό σκοπό. Κατά παρό­μοιο τρόπο ο στόχος της Γιόγκα δεν ταυτίζεται με τις θετικές παρενέργειες που διαπιστεύο­νται. Στην πραγματικότητα συμβαίνει ώστε πολλοί διαλογιζόμενοι μετά από μια περίοδο θετικών παρενεργειών3 να βιώνουν άκρως ανησυχητικές βλαβερές επιδράσεις. Εμείς τις χαρακτηρίζουμε ως βλαβερές επιδράσεις, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για τις επιδιωκόμενες επιδράσεις. Αυτό σημαίνει ότι βήμα προς βήμα χάνει κανείς την ικανότητα να ζει μια ζωή στραμμένη προς τα έξω μέσα σε αγάπη και εξάρτηση από τους άλλους. Η Γιόγκα απομονώνει τον άνθρωπο βήμα προς βήμα, έτσι ώστε να μην μπορεί κάποιος πλέον να προσεγγίσει τον άλλο. Ταυτόχρονα γίνεται κανείς συν τοις άλλοις ασυνείδητα όλο και πιο ινδουιστής, αφού η πρακτική της Γιόγκα δημι­ουργεί και θεωρία της Γιόγκα.



11. Οδηγείται κανείς προς τα εκεί που δεν θέλει.

Όταν κάποιος αρχίζει να κάνει Γιόγκα επειδή θέλει να γίνει ινδουιστής, τότε όλα είναι φυσικά εντάξει, διότι πρέπει να σεβα­σθούμε την θρησκευτική ελευθερία. Εν τού­τοις το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι μέσω της Γιόγκα οδηγούνται προς τα εκεί όπου δεν θέλουν πραγματικά να πάνε. Γίνονται άνθρωποι που εντάσσονται σε άλλο σύ­στημα κανόνων και αξιολογήσεων. Μεταβάλ­λονται σε ινδουιστές και αυτό δεν ήταν καθό­λου επιδίωξή τους. Άρχισαν με τη Γιόγκα επειδή τους την προσέφεραν ως μια τέχνη ζωής, αλλά η Γιόγκα είναι, όπως δείξαμε, μια τέχνη θανάτου που γεννήθηκε αρχικά για να βοηθήσει γερασμένους Ινδούς να ξεπεράσουν το φόβο του θανάτου στα τελευταία δύσκολα χρόνια της ζωής τους.

Όταν κάποιος θέλει να αυτοθεοποιηθεί και όταν θέλει να δραπετεύσει από την καθη­μερινή ζωή όπου ζει με άλλους ανθρώπους, τό­τε η Γιόγκα είναι ο δρόμος που πρέπει να του υποδειχθεί. Όταν κάποιος θέλει βήμα προς βήμα να αποχωρισθεί από τη χριστιανική του πίστη και από την αγάπη που αυτή η πίστη συνεπάγεται προς τους συνανθρώπους και τη ζωή, τότε η Γιόγκα είναι το μοναδικά σωστό. Όμως οι περισσότεροι καταλήγουν ανυπο­ψίαστοι στη Γιόγκα, διότι ανάμεσα στα άλλα υπάρχουν πολλοί Χριστιανοί που υπερασπίζο­νται τη Γιόγκα και που αρνούνται τις πραγμα­τικές προθέσεις της. Γι' αυτό είναι απαραίτητο να κάνουμε γνωστή την αλήθεια για τη Γιό­γκα, όχι για να κλέψουμε το ψωμί από τους δα­σκάλους της Γιόγκα ή τους μαθητές από τους γκουρού, αλλά για να παραχωρήσουμε κάποι­ες συμβουλές σε εκείνους που δεν μπορούν να διακρίνουν την κατάσταση μόνοι τους.

Για εκείνους που πιστεύουν ότι τους είναι απαραίτητος ο διαλογισμός μπορούμε να τους παραπέμψουμε στον χριστιανικό διαλογισμό4 ως λύση. Αυτός όμως είναι διαμετρικά αντίθε­τος με τη Γιόγκα. Ο χριστιανικός διαλογισμός δεν επιδιώκει να μας κάνει θεούς και να μας «απελευθερώσει» από ζωή και θάνατο, αλλά να μας οδηγήσει στον Θεό, ο οποίος με την Ανάσταση μας έχει λυτρώσει από το δίλημμα του οποίου έκφραση αποτελεί η Γιόγκα.



12. Παρατηρήσεις.

Τα σημαντικότερα κείμενα για τη κατα­νόηση της Γιόγκα είναι τα λεγόμενα «Γκοράκ­σα Σατάκα», τα οποία προέρχονται ίσως από τον 12ο αιώνα, δηλαδή είναι σύγχρονα του δι­κού μας Μεσαίωνα. Τρία έγκυρα κείμενα χρησιμοποιήθηκαν για αυτή την παρουσίαση, τα οποία και τα τρία είναι μεταγενέστερες γραφές:

Το «Σίβα Σαμχίτα», μετάφρ. Ρ.Β.Σ.Κ. Βά­σου. Νέο Δελχί 1979,87 σελίδες.

Το «Γκεράντα Σαμχίτα», μετάφρ. Ρ.Β.Σ.Κ. Βάσου, Νέο Δελχί 1975,59 σελίδες.

Το «Χάθα Γιόγκα Πραντιπίκα», μετάφρ. Π. Σίν, Νέο Δελχί 1975, 68 σελίδες (διανέμεται από το Σωματείο Ανατυπώσεως Ανατολικών Βιβλίων, Οδός Ράνι Γιάνσι 54, Νέο Δελχί 110055 Ινδία).

Αυτά τα κείμενα είναι επίσης τμήμα των «Ιερών βιβλίων των Ινδουιστών», τόμος 15,1-4 (No 4: Φιλοσοφία της Γιόγκα), Οργανισμός Αλλαχαμπάντ. Ινδία 1911-15, παρατίθεται από την έκδοση ΑΜΣ Πρές. Νέα Υόρκη 1974.

Επίσης η κλασσική έκθεση της Γιόγκα στο «Πατάντξαλι Γιόγκα Σούτρα» που ανάγεται στην προ Χριστού εποχή («Ιερά βιβλία των Ινδουιστών», Τόμος 4, ΑΜΣ Πρές, Νέα Υόρ­κη 1974).

Η σημαντικότερη δυτική παρουσίαση της Γιόγκα είναι του Μίρτσεα Ελιάντε «Γιόγκα, αθανασία και ελευθερία», 515 σελίδες, Φραν­κφούρτη, Ίνζελ Φερλάγκ 1977.



13. Γλωσσάριο.

Ασάνα: κατά λέξη «κάθισμα» ή «στάση», ιδιαίτερη στάση του σώματος στο σύστημα της Γιόγκα.

Βράχμα: από το «βρχ», που σημαίνει «ανά­πτυξη», ο θεός-δημιουργός στον Ινδουισμό.

Τσάκρα: κατά λέξη «τροχός», ενεργειακό κέντρο του σώματος.

Κάλι Γιούγκα: από το «κάλι» (=σκοτεινό) και «γιούγκα» (=συμπαντικός χρόνος), δηλα­δή η τελευταία και σκοτεινώτερη από τις επα­ναλαμβανόμενες εποχές.

Μόκσα: από το «μκς» (αποτινάξω, απελευθερώνομαι), απελευθέρωση από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων.

Μούντρα: κατά λέξη «σφραγίδα» ή «σημά­δι», τελετουργικές χειρονομίες και κινήσεις των δακτύλων.

Πράνα: «να αναπνέεις από τη μύτη και το στόμα», δηλαδή η ζωτική ενέργεια.

Σάκτι: κατά λέξη «δύναμη», ή σύντροφος ανδρικών θεοτήτων.

Σίβα: κατά λέξη «επιτυχής», «ευνοϊκός», από πολλούς Ινδούς λατρεύεται ως ο ύψιστος θεός, εκπροσωπεί την αρχή της καταστροφής και του θανάτου, από τον οποίο εκπηγάζει συ­νεχώς καινούργια ζωή.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Σημ. Π.: Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην αποχή από τη σεξουαλική δραστηριότητα, αλλά-όπως το λέγει ο Δανός καθηγητής- σημαίνει συγκράτηση του σπέρματος στη διάρκεια της σεξουαλικής δραστη­ριότητος. Πρόκειται για την σεξουαλική μαγεία ή ερωτική αλχημεία του αποκρυφισμού-νεογνωστικισμού.

2. Σημ. Π.: ενν. ψευδή.

3. Σημ. Π.: Αυτές θα τις είχαν, έτσι κι’ αλλιώς, οποιαδήποτε σωματική άσκηση και αν έκαναν. Ένα από τα προβλήματα είναι και το ότι με την άσκηση της Γιόγκα ανατρέπεται η ορμονική ισορροπία στο ανθρώ­πινο σώμα, λόγω της πιέσεως που υφίστανται οι ενδοκρινείς αδένες κατά την διάρκεια των αφύσικων στά­σεων (ασάνες) που παίρνει ο ασκούμενος στη Γιόγκα (βλ. σχετικά το βιβλίο του Διονυσίου Φαρασιώτη. Οι γκουρού, ο νέος και ο Γέροντας Παΐσιος, Θεσσαλονίκη 2000. Αλλά βέβαια το σημαντικότερο πρόβλημα είναι οι πνευματικές (κυρίως) και οι ψυχολογικές (κατά δεύτερο λόγο) παρενέργειες της Γιόγκα.

4. Σημ. Π.: Ίσως με τον όρο αυτόν ο Δανός καθηγητής εννοεί την ησυχαστική νοερά προσευχή.



Από το περιοδικό ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ τεύχος 44


Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Κινέζικος Χριστιανισμός Ανέκδοτο ή μεγάλη ανατροπή;



blog counter



Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗ
Θεολόγου – MΡhil. Θρησκειολογίας – Εκπαιδευτικού


1. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ


Η εκκλησιαστική παράδοση συνδέει το κήρυγμα του Ευαγγελίου στην Κίνα με τις μορφές των αποστόλων Θωμά και Βαρθολομαίου. Εντούτοις οι πρώτοι χριστιανοί ιεραπόστολοι στην μεγάλη χώρα της Ασίας ήταν αποδεδειγμένα Νεστοριανοί. Αυτοί ακολούθησαν τον δρόμο του μεταξιού και στα 638, με το χριστιανικό ημερολόγιο, καλωσορίστηκαν στην αυλή του Κινέζου Αυτοκράτορα, ο οποίος σχεδόν αμέσως επέτρεψε την ανέγερση χριστιανικού ναού στην πρωτεύουσα Ch’ang-an. Ένα αιώνα αργότερα, οι Νεστοριανοί είχαν επεξεργαστεί μια εκδοχή του Χριστιανισμού που ενσωμάτωνε στοιχεία από τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις του Ταοϊσμού, του Κομφουκιανισμού και του Βουδισμού, προκειμένου η νέα πίστη να εναρμονίζεται με τις πνευματικές συνθήκες και απαιτήσεις της κινεζικής κοινωνίας. Με τον ίδιο τρόπο, αιώνες νωρίτερα, η πρώτη Εκκλησία της Παλαιστίνης είχε αναλάβει στοιχεία από τον ευρύτερο ελληνιστικό πνευματικό χώρο κατά την ιεραποστολική της εξόρμηση προς τη μεσόγειο και την Ευρώπη. Μέχρι τον 10ο αιώνα οι Νεστοριανοί απολάμβαναν ειρήνη και ανοχή εκ μέρους της Αυτοκρατορικής διοίκησης. Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν κατά την περίοδο εκείνη. Έγιναν διώξεις, οι οποίες, όμως, όσο σκληρές και αν υπήρξαν, δεν αποδείχθηκαν ικανές να εκριζώσουν την πίστη. Ο χριστιανικές κοινότητες όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν, αλλά αντίθετα, γνώρισαν νέα άνθηση κατά τον 12ο και 13ο αιώνα, σε βαθμό μάλιστα που να είναι σε θέση να διοργανώνουν οι ίδιες πλέον ιεραποστολικές εξορμήσεις προς περιοχές της νοτιοανατολικής Ασίας. Όταν στα 1368 ανήλθε στην εξουσία η δυναστεία Ming, οι χριστιανικές ενορίες –που στην ακμή τους αριθμούσαν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες πιστών– έπεσαν θύματα απηνών εθνικιστικών διώξεων, επειδή είχαν στην πλειοψηφία τους συνταχθεί με το προηγούμενο καθεστώς –εκείνο της Μογγολικής κυριαρχίας. Τα στοιχεία μαρτυρούν δραματική συρρίκνωση των χριστιανικών πληθυσμών κατά τον 14ο αιώνα, όμως το οριστικό χτύπημα στη Νεστοριανή ιεραποστολή δόθηκε στις αρχές του 15ουαιώνα, όταν οι ορδές του Ταμερλάνου σάρωσαν την κεντρική Ασία. Έτσι, ο 16ος αιώνας βρήκε την Κίνα αποστερημένη από ουσιαστική χριστιανική παρουσία και οργανωμένη δραστηριότητα. Η μεγάλη περιπέτεια της «φωτεινής θρησκείας» (Jingjiao) –όπως αποκαλούταν ο Χριστιανισμός– στη σινική επικράτεια έμοιαζε να έχει φτάσει στο τέλος της.
Όμως κάτι τέτοιο δεν έμελλε να συμβεί. Στα τέλη του 16ου και καθ’ όλη τη διάρκεια του 17ου αιώνα, η υπόθεση του εκχριστιανισμού της αχανούς χώρας περιήλθε στα χέρια των παράτολμων μισσιοναρίων του τάγματος του Αγίου Ιγνάτιου Λογιόλα. Το έναυσμα στην όλη προσπάθεια δόθηκε με την ίδρυση του εμπορικού λιμανιού του Μακάο από τους Πορτογάλους το 1556.Εκεί αποβιβάστηκε το 1582 ένας ιεραπόστολος που είχε υπηρετήσει προηγουμένως και στην Ινδία, ο Matteo Ricci, η σημαντικότερη, ίσως, μορφή στην ιστορία του κινεζικού Χριστιανισμού. Σε αντίθεση με τους παλαιότερους ιεραποστόλους, ο Ricci φρόντισε αμέσως να μάθει την κινεζική γλώσσα, και με τον καιρό ανέπτυξε ένα συνεπές σύστημα μετάφρασης των κινεζικών ιδεογραμμάτων στα λατινικά. Με βάση αυτό, και με τη βοήθεια των συνεργατών του, ο Ricci συνέγραψε το πρώτο (1583-88) ευρωπαϊκό λεξικό της κινεζικής γλώσσας (Κινεζο-Πορτογαλικό). Ακολουθώντας την λεγόμενη «στρατηγική του μεταξιού», φορώντας δηλαδή πολυτελή μεταξωτά ενδύματα που τους παρουσίαζαν σαν ευγενείς αντί για ευτελή βαμβακερά, οι πολύπειροι στη διπλωματία ιεραπόστολοι κατόρθωσαν να αποκτήσουν πρόσβαση στην αυτοκρατορική αυλή. Ο Ricci, άλλωστε, ήταν ο πρώτος δυτικός που έγινε δεκτός στην Απαγορευμένη Πόλη. Οι αστρονομικές γνώσεις του ίδιου, όσο και άλλων ιησουϊτών (π.χ. πρόβλεψη ηλιακών εκλείψεων), προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των ευγενών, των διανοούμενων και των αξιωματούχων. Επιπλέον, ο αέρας κοσμοπολιτισμού που απέπνεε η παρουσία τους γοήτευσε τους κύκλους του Παλατιού. Σ’ αυτό συνέτειναν και οι ιδιαίτερες χαρτογραφικές γνώσεις των Ιησουϊτών. Διόλου τυχαία, ήταν ο ίδιος ο Matteo Ricci που ολοκλήρωσε και παρουσίασε τον πρώτο παγκόσμιο γεωγραφικό χάρτη στην ιστορία της Κίνας, ανοίγοντας, έτσι, ένα παράθυρο προς τον έξω κόσμο –ιδίως την Ευρώπη και τις μεγάλες αυτοκρατορίες της. Η δημιουργία του «Χάρτη των Μυριάδων Χωρών του Κόσμου» (Kunyu Wanguo Quantu) –αυτής της «Μαύρης Τουλίπας» της χαρτογραφικής τέχνης, όπως έχει αποκληθεί λόγω της σπανιότητας και του εξωτισμού που αντιπροσωπεύει– εξυπηρετούσε μεν την ανάγκη για γεωγραφική γνώση, αλλά ταυτόχρονα ίσως είχε και μια θρησκευτική σκοπιμότητα. Θα μπορούσε δηλαδή να θεωρηθεί ως ένα έξυπνο ιεραποστολικό στρατήγημα σχετικοποίησης της ντόπιας θρησκείας, καθώς αποκάλυπτε για πρώτη φορά στους κινέζους ευγενείς ότι ακόμη και η απέραντη πλούσια χώρα τους, με τον τόσο αρχαίο και λαμπρό πολιτισμό, δεν είναι παρά ένα μικρό κομμάτι της οικουμένης. Κατά συνέπεια και η ντόπια θρησκεία δεν είναι ούτε μοναδική ούτε αυτονόητα αληθινή, αφού υπάρχουν πολυάριθμα έθνη με πολλές και διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Όπως και να’ χει το πράγμα, το βέβαιο είναι πως οι Ιησουΐτες ιεραπόστολοι κατόρθωσαν να αποκτήσουν προνόμια και δικαιώματα, που τους επέτρεψαν να διεξάγουν με σχετική ανεξαρτησία το προσηλυτιστικό τους έργο. Έτσι, τριάντα χρόνια μετά την έλευσή τους είχαν πλέον δικαίωμα να διεισδύουν και να κηρύττουν στην ενδοχώρα με επίσημη άδεια. Η ανέγερση του Καθεδρικού της Αμώμου Συλλήψεως στο Πεκίνο, του παλαιότερου καθολικού ναού της πόλης, υπήρξε το θεαματικότερο αποτέλεσμα των προσπαθειών αυτών.
Το σημαντικότερο, όμως, στοιχείο της Ιησουϊτικής παρουσίας στην Κίνα υπήρξε η αποδοχή των ντόπιων πολιτισμικών δεδομένων. Υπό την καθοδήγηση του Ricci, οι Καθολικοί ιεραπόστολοι κήρυτταν έναν Χριστιανισμό προσαρμοσμένο στην κινεζική πνευματικότητα και ζωή. Μετέφρασαν την Αγία Γραφή και τελούσαν τη Θεία Λειτουργία στην Κινεζική. Επέλεξαν τους πλέον κατάλληλους όρους για να αποδώσουν τις πρωτόγνωρες για την ασιατική σκέψη χριστιανικές κατηγορίες και έννοιες. Η προσπάθειά τους αποσκοπούσε γενικά στο να γεφυρωθεί το τεράστιο πολιτισμικό χάσμα που χωρίζει την κινεζική από τη χριστιανική κοσμοθεωρία και θρησκευτικότητα. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από την εξαιρετικά ελαστική στάση, την οποίαν επέδειξαν σχετικά με έθιμα καταφανώς διαφορετικά, ακόμη και αντιτιθέμενα προς το εκκλησιαστικό ήθος. Η λατρεία των προγόνων υπήρξε ένα από αυτά, ενώ οι αρχές και κανόνες της ηθικής διδασκαλίας του Κομφουκίου, που επί αιώνες καθόριζαν την ατομική και συλλογική συμπεριφορά του κινεζικού λαού, επιβίωσαν κατά το δυνατόν και εντός της Εκκλησίας, ενδεδυμένες με χριστιανικό μανδύα.
Οι τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα σηματοδότησαν την περίοδο ακμής της Ρωμαιοκαθολικής ιεραποστολής. Στα 1685 χειροτονήθηκε ο πρώτος κινέζος Καθολικός επίσκοπος και στα 1692 ο Αυτοκράτορας Kang Xi, της δυναστείας των Manchu, (όπως αποκαλούταν αλλιώς η δυναστεία Qing, που κυβέρνησε από το 1644 έως το 1912, και ήταν η τελευταία αυτοκρατορική διοίκηση της Κίνας πριν από την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας), εξέδωσε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό για τον Χριστιανισμό διάταγμα θρησκευτικής ειρήνευσης και ανεκτικότητας. Το έτος–ορόσημο 1700 οι χριστιανοί στην Κίνα αριθμούσαν περί τους 200.000, αριθμός, που δικαιολογημένα φαντάζει μικρός για τα δεδομένα μιας αχανούς και πολυάνθρωπης χώρας. Αν, όμως, αναλογιστεί κανείς ότι πολλοί από τους προσήλυτους ανήκαν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις και κατείχαν υψηλές διοικητικές θέσεις και αξιώματα, τότε γίνεται αντιληπτή η σημαντική πολιτική επιρροή που είχε κατορθώσει να ασκεί η εισαγόμενη από τη Δύση θρησκεία.1

Ο δέκατος όγδοος αιώνας υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την παρουσία του Χριστιανισμού στην Ασία. Κι αυτό διότι κατά τη διάρκειά του, η μακροχρόνια προσπάθεια ευαγγελισμού των Σινών δέχτηκε καίρια πλήγματα. «Η Καθολική ιεραποστολή στην Κίνα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια από τις μεγαλύτερες χαμένες ευκαιρίες στην παγκόσμια ιστορία». Και τούτο διότι «εάν η Κίνα είχε μεταστραφεί κατά τον 17ο αιώνα, οι συνέπειες που θα είχε το γεγονός αυτό στην κατοπινή ιστορία του Χριστιανισμού, αλλά και στην ίδια τη θρησκευτική ισορροπία της Ευρώπης, θα ήταν ανυπολόγιστες. Μια χριστιανική Κίνα θα μπορούσε να είχε λειτουργήσει ως παράδειγμα για την Ιαπωνία, την Κορέα, το Βιετνάμ και τελικά για ολόκληρη την Ασία».2 Κατά τρόπο ειρωνικό, το ενδεχόμενο αυτό δεν ευδοκίμησε όχι εξαιτίας των αντιδράσεων ή διώξεων εκ μέρους της κινεζικής κοινωνίας και πολιτείας, αλλά λόγω ενδοεκκλησιαστικών συγκρούσεων. Η ανεκτική πολιτική των Ιησουϊτών αναφορικά π.χ. με τη λατρεία των προγόνων, την ενσωμάτωση των ονομάτων των ντόπιων θεοτήτων στις μεταφρασμένες Γραφές ή την αγιοποίηση του Κομφουκίου, προκάλεσε τη μήνη των εχθρών και αντιπάλων του Τάγματος στο εσωτερικό της Καθολικής εκκλησίας. Αυτοί κατόρθωσαν να επηρεάσουν τον Πάπα και να μεταβάλουν την στάση της Αγίας Έδρας έναντι του Τάγματος. Το 1704 απαγορεύτηκε με παπική βούλα η μετάφραση της Αγία Γραφής στα Κινεζικά, ενώ οι Θείες Λειτουργίες καθορίστηκε να τελούνται αποκλειστικά στα Λατινικά. Όπως ήταν φυσικό, ο εξοβελισμός της κινεζικής γλώσσας από την ενοριακή λατρεία και ζωή επέφερε σημαντικό πλήγμα στην εκτίμηση, που έως τότε έδειχνε ο λαός προς τη νέα πίστη. Επιπλέον, η παπική πολιτική έγινε επιθετικότερη όσον αφορά στην απαίτηση για περισσότερη δύναμη και αυτονομία εκ μέρους της Εκκλησίας. Όλα αυτά προκάλεσαν την αντίδραση της Αυτοκρατορικής δυναστείας Qing (Manchu). Έτσι, το 1724 ο Χριστιανισμός τέθηκε επίσημα εκτός νόμου.3 Όπως αναφέρει το σχετικό διάταγμα: «Πως είναι δυνατόν να περιμένουμε από τους ξένους να κατανοήσουν τον κινεζικό πολιτισμό; Κανείς τους δεν γνωρίζει την Κινεζική γλώσσα. Τα λόγια και η φιλοσοφία τους είναι για γέλια. Η διδασκαλίες τους είναι παρόμοιες με κείνες του Βουδισμού, του Ταοϊσμού και των άλλων θρησκειών. Επομένως, εφόσον δεν έχουμε ανάγκη το κήρυγμα τους, το απαγορεύουμε τελείως».4
Όμως, την ειρωνική και υποτιμητική προς τη χριστιανική διδασκαλία στάση των αρχών δεν συμμερίζονταν εκατοντάδες χιλιάδες λαού. Έτσι, όταν στις 4 Σεπτεμβρίου του 1807 πάτησε το πόδι του στο Μακάο ο πρώτος Προτεστάντης ιεραπόστολος στην Κίνα, ο Robert Morrison από την ιεραποστολική εταιρία του Λονδίνου, εγκαινιάστηκε μια νέα εποχή εκχριστιανισμού στην Κίνα. Παρά το γεγονός ότι οι Προτεστάντες ιεραπόστολοι δρούσαν υπό την προστασία και με την ενίσχυση των αποικιοκρατικών δυνάμεων, το έργο τους ήταν σημαντικό. Ιδιαίτερα μετά τον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου (1842) πρωτοστάτησαν στην ίδρυση σχολείων και νοσοκομείων, μεριμνώντας για την εκπαίδευση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του λαού στις απομακρυσμένες περιοχές. Το αποτέλεσμα ήταν, έως το 1949, παραμονή της νίκης των κομμουνιστών του Μάο, οι κινέζοι Προτεστάντες να αριθμούν περί το ένα εκατομμύριο, ενώ περίπου τρεις χιλιάδες ιεροκήρυκες από διάφορες ιεραποστολές (κυρίως από Αγγλία, Η.Π.Α. και Ολλανδία) όργωναν τη χώρα.
Τέλος, για να αναφερθούμε και στην ισχνή Ορθόδοξη παρουσία στην Κίνα, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή συνδέεται κυρίως και πρωτίστως με τη δράση Ρώσων ιεραποστόλων. Αυτοί εισήλθαν μετά τον μαζικό εποικισμό της Σιβηρίας, στα τέλη του 17ου αιώνα, αλλά το κήρυγμά τους δεν βρήκε απήχηση πέρα από τα όρια μικρών κοινοτήτων μεταναστών. Έναν αιώνα αργότερα, τα αποτελέσματα παρέμεναν πενιχρά, ενώ κατά την εξέγερση των Boxers (1898-1900) η Ορθόδοξη ιεραποστολή δέχτηκε ισχυρά πλήγματα. Το κέντρο της στο Πεκίνο πυρπολήθηκε και πολλοί χριστιανοί έχασαν μαρτυρικά τη ζωή τους (εικ.1). Ανάλογα φαινόμενα παρατηρήθηκαν και κατά τη διάρκεια της «πολιτιστικής επανάστασης» του μαοϊκού καθεστώτος. Σήμερα τα πράγματα για τους Ορθοδόξους στην Κίνα είναι πιο ελαστικά. Από την πλευρά του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρεί από το 1996 την Ιερά Μητρόπολη Χονγκ Κονγκ, που περιλαμβάνει την Κίνα, την Ινδία, τις Φιλιππίνες, την Σιγκαπούρη, την Ινδονησία, την Ταϊβάν και όλη τη νοτιοανατολική Ασία. Φυσικά, το ποίμνιο είναι αριθμητικά πολύ περιορισμένο, όμως το έργο που γίνεται είναι αξιέπαινο. Μεγαλύτερη, συγκριτικά, απήχηση έχει η ρωσική ιεραποστολή, εντούτοις οι πιστοί που αναφέρονται στο Πατριαρχείο Μόσχας δεν ξεπερνούν τις μερικές χιλιάδες.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δείχνουν ότι ο Χριστιανισμός στην Κίνα πολύ απέχει από το να θεωρηθεί πρόσφατη υπόθεση. Ούτε και συνδέεται αποκλειστικά η ανάπτυξή του με τη δράση της αποικιοκρατικής ιεραποστολής, καθώς οι ρίζες του χάνονται βαθιά στο χρόνο. Το γεγονός αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ιδιαίτερα, διότι ενώ ο Χριστιανισμός στην Κίνα είναι τόσο παλιός όσο και ο Βουδισμός στην Ιαπωνία, αντιμετωπίζεται συνήθως από τους ερευνητές και την κοινή γνώμη της Δύσης σαν να είναι περίπου ξένο σώμα στη μεγάλη χώρα της Ασία, απότοκο της αποικιοκρατίας και μόνο. Σαν να είναι, δηλαδή, μια πίστη επιφανειακή και αταίριαστη, χωρίς ρίζες στην ντόπια θρησκευτική συνείδηση.

2. ΠΑΡΟΝ – ΜΕΛΛΟΝ


Η εικόνα της Κίνας ως χώρας με τεράστιες ευκαιρίες και δυνατότητες για χριστιανική ιεραποστολή ανατράπηκε απότομα με την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές του Mao Zedong. Υιοθετώντας μια αντιθρησκευτική και αντιδυτική πολιτική στάση, που ταύτιζε τη θρησκεία με τη δεισιδαιμονία και τον χριστιανισμό με τον δυτικό ιμπεριαλισμό, το καθεστώς απέλασε τους ξένους ιεραποστολους ως πράκτορες της αποικιοκρατίας (1951) και απαγόρευσε κάθε έκφραση της χριστιανικής πίστης που δεν εντασσόταν στους κόλπους των επίσημα αναγνωρισμένων από το κόμμα εκκλησιαστικών ομάδων. Οι αλλοδαποί ιεραπόστολοι απεχώρησαν, όμως το γεγονός αυτό είχε και ένα θετικό αποτέλεσμα: οι ντόπιοι πιστοί αναγκάστηκαν να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διοίκηση των τοπικών ενοριών, δίνοντας έτσι το δικό τους στίγμα και χρώμα στη διάδοση του ευαγγελίου. Δημιουργήθηκαν, με τον τρόπο αυτό, τοπικοί εκκλησιαστικοί φορείς, που δραστηριοποιούνταν χωρίς να έχουν άμεση σύνδεση με τα κέντρα του εξωτερικού. Όσον αφορά τους Ρωμαιοκαθολικούς, η κυριότερη τέτοια ομάδα είναι η «Κινεζική Πατριωτική Οργάνωση των Καθολικών» (Chinese Patriotic Catholic Association), η οποία ελέγχει τις περισσότερες ενεργές εκκλησιαστικές κοινότητες, αλλά ουσιαστικά δεν αναγνωρίζεται από το Βατικανό. Η αντίστοιχη Προτεσταντική ομάδα ονομάζεται «Πατριωτικό Κίνημα του Τριπλού Εαυτού» (Three-Self Patriotic Movement), επειδή υποστηρίζει τις αρχές της αυτοδιοίκησης, της αυτοσυντήρησης και της αυτοδιάδοσης. Άλλη σημαντική Προτεσταντική οργάνωση είναι το «Χριστιανικό Συμβούλιο της Κίνας» (China Christian Council) Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι πολλές εκκλησιαστικές κοινότητες δεν ανήκουν στις παραπάνω επίσημες οργανώσεις ή σε κάποιες από τις παραφυάδες τους, αλλά υιοθετούν μια ανεξάρτητη και αυτόνομη στάση. Το γεγονός αυτό τις καθιστά από περιθωριακές έως απαγορευμένες, και σε αρκετές περιπτώσεις οι «κατ οίκον» εκκλησίες έχουν υποστεί σκληρές διώξεις. Εντούτοις, συγκεντρώνουν σημαντικό αριθμό πιστών, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να τελούν τις κοινές προσευχές και τις λατρευτικές εκδηλώσεις τους σε ιδιωτικούς χώρους, που λειτουργούν ως ανεπίσημοι ναοί.5
Ας περάσουμε τώρα στα αριθμητικά μεγέθη. Οι διάφορες μετρήσεις του χριστιανικού πληθυσμού της Κίνας δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Το κινεζικό κράτος, θρησκευτικά ουδέτερο, αλλά δεσμευμένο από το σύνταγμα της χώρας να προστατεύει «τις συνήθεις θρησκευτικές δραστηριότητες», δίνει έναν υπολογισμό της τάξεως των 20.000.000 πιστών, δηλαδή περίπου το 1,6% του συνολικού πληθυσμού. Το Χριστιανικό Συμβούλιο της Κίνας, επίσημη προτεσταντική οργάνωση, κάνει λόγο για 16.000.000 Προτεστάντες και 8.000.000 Καθολικούς για το 2000, ενώ στην ετήσια έκθεσή του για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία, το State Department των Η.Π.Α. υπολογίζει το χριστιανικό πληθυσμό σε 100.000.000 ψυχές, ήτοι το 8% του συνόλου. Η αλήθεια, όπως καταλαβαίνει κανείς, είναι κάπου στη μέση, αφού η μεν κινεζική κυβέρνηση έχει την τάση να συρρικνώνει το φαινόμενο, ενώ η αμερικανική να το διογκώνει για ευνόητους γεωπολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους. Έτσι, οι πιο πρόσφατες ανεξάρτητες καταγραφές από επιστημονικούς φορείς μιλούν για 85.000.000 χριστιανούς στην Κίνα –με την υποσημείωση ότι ο αριθμός αυτός ενδέχεται να είναι οριακά μικρότερος από τον πραγματικό, λόγω του γεγονότος ότι σε ορισμένες περιοχές επικρατεί ακόμη κλίμα στιγματισμού ή δίωξης των πιστών. Όπως και να ΄χει πάντως, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια πληθυσμιακή έκρηξη της χριστιανικής κοινότητας στην Κίνα. Από την εποχή της εγκαθίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας μέχρι σήμερα, ο αριθμός των πιστών έχει δεκαπλασιαστεί. Βέβαια, ως απόλυτο μέγεθος, ο αριθμός αυτός ίσως να φαίνεται αμελητέος μπροστά στον τεράστιο πληθυσμό της χώρας, ωστόσο κατανοεί κανείς τη σημασία του αν τον συγκρίνει, για παράδειγμα, με τον αριθμό των μελών του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος –που δεν ξεπερνούν τα 70 εκατομμύρια. Στο βαθμό που οι υπολογισμοί αυτοί είναι ακριβείς, τότε η Κίνα είναι η τέταρτη κατά σειρά χώρα στον κόσμο με τον μεγαλύτερο χριστιανικό πληθυσμό, μετά τις Η.Π.Α., τη Βραζιλία και το Μεξικό. Αλλά ακόμη κι αν δεχθούμε μια μετριοπαθέστερη αριθμητική τιμή, της τάξεως των 50 εκατομμυρίων, και πάλι η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έχει περισσότερους χριστιανούς από χώρες – αλλοτινά ευρωπαϊκά προπύργια του Χριστιανισμού, όπως η Ισπανία, η Γερμανία, η Γαλλία ή η Μεγάλη Βρετανία.6
Πέραν, όμως, από τα καθαρά στατιστικά δεδομένα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ποιοτικά μεγέθη, διότι αποκαλύπτουν την κοινωνική και πολιτισμική ιδιοσυστασία του σώματος των κινέζων χριστιανών. Έτσι, η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών ζουν σε αγροτικές περιοχές, όπου οι συνθήκες διαβίωσης είναι δυσάρεστες και επικρατεί φτώχια και εγκατάλειψη. Λόγω των ελάχιστων πόρων που διαθέτουν, οι τοπικές κοινότητες δεν είναι συνήθως σε θέση να ανεγείρουν ναούς ή ευκτήριους οίκους, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν ούτε τα στοιχειώδη, όπως π.χ. αντίτυπα της Αγίας Γραφής. Το μορφωτικό επίπεδο είναι εξαιρετικά χαμηλό, οι περισσότεροι κληρικοί προτιμούν τις αστικές περιοχές και το αποτέλεσμα είναι οι κάτοικοι στην περιφέρεια να παραμένουν θρησκευτικά υποσιτισμένοι και εν πολλοίς αστοιχείωτοι. Η γνώση του δόγματος είναι σχεδόν μηδαμινή κι συνεπώς η θρησκευτική ζωή επικεντρώνεται σε εκδηλώσεις λαϊκής ευσέβειας, όπου χριστιανικές έννοιες συμπλέκονται και αναμειγνύονται με παραδοσιακές κινεζικές συνήθειες και πατροπαράδοτες συμβάσεις, όπως π.χ. ο σεβασμός των τέκνων προς τους γεννήτορες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και μορφωμένοι ή οικονομικά εύρωστοι χριστιανοί στην Κίνα. Κάθε άλλο. Σημαντική μερίδα διανοουμένων, μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, πρεσβεύουν έναν «πολιτισμικό Χριστιανισμό» (Cultural Christianity), ο οποίος έγκειται στην αποδοχή των ηθικών κανόνων και αρχών της πίστης, χωρίς όμως και την ανάλογη συμμετοχή στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πρόκειται δηλαδή για ένα Xριστιανισμό–ιδεολογικό σύστημα, που η υιοθέτησή του εκ μέρους της πνευματικής ελίτ συνδέεται περισσότερο με μια διάθεση εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού της χώρας και λιγότερο με τη ζωντανή θρησκευτική πίστη και δέσμευση.7
Μια άλλη ενδεικτική παράμετρος είναι η επικυριαρχία του θηλυκού στοιχείου: πάνω από το 70% του χριστιανικού πληθυσμού της Κίνας είναι γυναίκες. Όπως γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία, παρόμοια σύσταση είχε το εκκλησιαστικό σώμα και κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού. Το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του, διότι η γυναικεία παρουσία αποδεδειγμένα εγγυάται τη ραγδαία εξάπλωση της πίστης στο κοινωνικό σύνολο.8 Αν συμβεί λοιπόν στην Κίνα ό,τι συνέβη και στην αρχαία Εκκλησία, τότε η αναμενόμενη από την έρευνα χριστιανική έκρηξη στην περιοχή θα πρέπει να θεωρείται εξαιρετικά πιθανή. Βέβαια η συντριπτική πλειοψηφική παρουσία των γυναικών δεν έχει την αναλογική της αντιπροσώπευση στη διοίκηση της εκκλησίας.9 Αυτό, όμως, είναι, εν πολλοίς, αναμενόμενο αν αναλογιστεί κανείς την πραγματικότητα που επικρατεί και στον ευρύτερο χριστιανικό χώρο, λόγω της αρνητικής προκατάληψης αναφορικά με τη χειροτονία των γυναικών.
Αναφορικά, τώρα, με το είδος του χριστιανισμού που επικρατεί διαπιστώνουμε και στην Κίνα το ίδιο φαινόμενο που παρατηρείται και στη Λατινική Αμερική και την Αφρική: την επικυριαρχία του χαρισματικού καιενθουσιαστικού στοιχείου.10 Ακόμη και χριστιανικές ομολογίες ή ομάδες που δεν ανήκουν στους Πεντηκοστιανούς διατηρούν ένα ισχυρό χαρισματικό στοιχείο, καθώς δίνεται προτεραιότητα στην προσωπική αναγέννηση και θεραπεία. Ιδιαίτερα ο παράγοντας της ψυχοσωματικής θεραπείας χαίρει μεγάλη εκτιμήσεως, διότι συναρμόζεται με παραδοσιακές εννοήσεις περί αποτροπής, και λύτρωσης από δαιμονικά πνεύματα και λοιπές αρνητικές επιρροές. Κινείται, συνεπώς, και ο κινεζικός χριστιανισμός προς μια πραγματιστική κατεύθυνση, λαμβάνοντας χρησιμοθηρικό και εργαλειακό προσανατολισμό –πράγμα που, άλλωστε, τον τοποθετεί εντός του κραταιού ρεύματος της θεραπευτικής θρησκευτικότητας που χαρακτηρίζει τους μεταμοντέρνους καιρούς μας.

Αξιολογώντας όλα τα παραπάνω στοιχεία, μπορούμε εν κατακλείδι να πούμε ότι η έκρηξη του Χριστιανισμού στην Κίνα αποτελεί ένα μεγάλο αίνιγμακαι μια μεγάλη πρόκληση, όχι μόνο για την περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας, αλλά για την παγκόσμια χριστιανική κοινότητα. Διότι εκεί φαίνεται πως λαμβάνει χώρα μια νέα δυναμική ζύμωση πρωτογενών και θεμελιακών στοιχείων του ευαγγελικού μηνύματος με πολιτισμικές και θρησκευτικές ιδέες και πρακτικές από την κινεζική πραγματικότητα. Το γεγονός ίσως δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία –εξάλλου δεν είναι πρωτοφανής η συνάντηση του Χριστιανισμού και τοπικών παραδόσων– εάν δεν εξελισσόταν εντός των συνόρων μιας οικονομικής και πυρηνικής υπερδύναμης. Στην ραγδαία αναπτυξιακή πορεία που ακολουθεί η Κίνα, ο νέος, «σινοποιημένος» Χριστιανισμός μπορεί να ασκήσει μεγάλη επίδραση στα πολιτισμικά περιβάλλοντα της ευρύτερης περιοχής. Και σε περίπτωση που η Κίνα προχωρήσει σε ακόμη πιο φιλελεύθερες πολιτικές –πράγμα πολύ πιθανόν– ο Χριστιανισμός ενδέχεται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Ενδέχεται να λειτουργήσει ως εργαλείο πολιτισμικής προσέγγισης με τη Δύση και ως γέφυρα συνεννόησης, δίοδος εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού της χώρας.

Πέραν, όμως, από την όποια γεωπολιτική του σημασία, ο κινεζικός Χριστιανισμός ενδεχομένως να συμβάλλει (και αυτός μαζί με τους υπόλοιπους «Χριστιανισμούς του Νότου»11) στο γενικότερο κλίμα σταδιακής μεταμόρφωσηςτου Χριστιανισμού από θρησκεία των λευκών–ευημερούντων–δυτικών σε θρησκεία των αυτοχθόνων πληθυσμών του αναπτυσσόμενου κόσμου, που μαστίζονται από οικονομική ανέχεια και άλλα δεινά. Μεταναστεύει, δηλαδή, ο Χριστιανισμός από τα μητροπολιτικά κέντρα της Δύσης στην περιφέρεια, καθώς εκεί βρίσκονται πληθυσμοί οι οποίοι τον έχουν, ως φαίνεται, περισσότερο ανάγκη. Γίνεται (για μια ακόμη φορά στην μακραίωνη ιστορία του) θρησκεία των φτωχών και των εξαθλιωμένων, των αγανακτισμένων και των εξεγερμένων, γίνεται η ελπίδα των απελπισμένων, ο φάρος όσων ζουν στο σκοτάδι της κοινωνικής αδικίας και εκμετάλλευσης. Υιοθετείται το ανατρεπτικό μήνυμα του Ευαγγελίου από τους παρίες της οικουμένης και τους απόβλητους της παγκοσμιοποίησης, και εμπνέει κοινωνικά κινήματα και ιδεολογικά ρεύματα. Υπάρχουν, φυσικά, και περιπτώσεις όπου ο Χριστιανισμός στον «αναπτυσσόμενο», λεγόμενο, κόσμο έρχεται να στηρίξει την καθεστηκυία τάξη και να επευλογήσει την απόσυρση στην ιδιωτικότητα, σε βάρος της ιστορικής εγρήγορσης και της πολιτική δράσης. Όμως και πάλι εκείνο που μετράει είναι η θέρμη και ο ενθουσιασμός με τον οποίον αποδέχονται το κήρυγμα του Ευαγγελίου οι μάζες, αναδεικνύοντάς το σε παράγοντα διαμορφωτικό και αναθεωρητικό της υπάρχουσας κοινωνικής συνθήκης.

Σχηματοποιώντας πιθανώς υπερβολικά τα πράγματα, θα λέγαμε, λοιπόν, πως ο Χριστιανισμός παρακμάζει και εκφυλίζεται στα παραδοσιακά δυτικά του λίκνα, καθώς έχει μεταλλαχθεί σε αφηρημένο και θεωρητικό θρησκευτικό μόρφωμα, συγκρητιστικού, εν πολλοίς, χαρακτήρα. Τη θέση του στις ψυχές των δυτικών μοιάζει να έχει καταλάβει η λεγόμενη Νέα Πνευματικότητα, καθώς ο αποκρυφιστικός, χρησιμοθηρικός και εργαλειακός προσανατολισμός της έρχεται να καλύψει πιθανώς πληρέστερα την ανάγκη του εθισμένου καταναλωτή-πολίτη του δυτικού κόσμου για ευτυχία, θεραπεία και ευημερία.12 Αντίθετα, ο Χριστιανισμός, στο βαθμό που διατηρεί το προφητικό-κριτικό κεντρί του ενεργό ενάντια στο «πνεύμα του κόσμου», φαντάζει υπερβολικά αυστηρός, ανελαστικός και παρωχημένος. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, όμως, ανθεί και θάλλει στον αναπτυσσόμενο κόσμο, αγκαλιάζεται με ζήλο από τους παρίες και τους απόκληρους της οικουμένης.

1 Για την ιστορία του Χριστιανισμού στη Κίνα βλ. DANIEL H. BAYS (ed.), Christianity in China: From the Eighteenth Century to the Present, (Stanford: Stanford U.P., 1996), PHILIP JENKINS, The Next Christendom: The Coming of Global Christianity, (New York: Oxford U.P., 2007, 26-27, 33, 37-41) και CHRISTOPHER PARTRIDGE, Οι Θρησκείες τουΚόσμου, μτφρ. Βασίλης Αδραχτάς, Ουρανός, Αθήνα 2005, 403-406
2 Βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 40
3 Για την ταραχώδη για τον κινέζικο Καθολικισμό περίοδο του 18ου αιώνα βλ. ROBERT E. ENTENMANN, Catholics and Society in Eighteenth-Century Sichuan, στο DANIEL H. BAYS (ed.), ό.π. 8-23
4 Βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 41
5 Σχετικά βλ. το άρθρο της KATE McGEOWN, China’s Christians Suffer for their Faith,για το BBC NEWS, που υπάρχει στον διαδικτυακό τόποhttp://news.bbc.co.uk/go/pr/fr/-/2/hi/asia-pasific/3993857.stm
6 Για τα αριθμητικά δεδομένα του Χριστιανισμού στην Κίνα βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 80-81 και PAUL DAVENPORT, New Government Statistics on China’s Christians: Dramatic Church Growth is Evident from All Sources, στο http://www.worthynews.com/news-features/compass-china-survey.html
7 Σχετικά βλ. CHRISTOPHER PARTRIDGE, ό.π. 404
8 Σχετικά βλ. RODNEY STARK, Η Εξάπλωση του Χριστιανισμού, μτφρ. Μαρία Λουκά, Άρτος Ζωής, Αθήνα 1996, 149-198
9 Σχετικά βλ. το άρθρο When Opium Can Be Benign, The Economist, 3/2/2007, 28
10 Βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 81
11 Σχετικά βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Ο Σταυρός του Νότου: Το Νέο Πρόσωπο του Χριστιανισμού στη Λατινική Αμερική, κείμενο που υπάρχει αναρτημένο και στην παρούσα ηλεκτρονική διεύθυνση: http://e-theologia.blogspot.com/search/label/ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ
12 Για το φαινόμενο της Πνευματικότητας βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ,Εναλλακτικές Θρησκευτικές Ταυτότητες στη Μεθόριου Μοντέρνου-Μεταμοντέρνου: Η Περίπτωση της Νέας Πνευματικότητας, στο συλλογικό τόμο: ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ (Επιμ.),Κρτιτικές Προσεγγίσεις στον Ορθόδοξο Πολιτισμό: Όψεις του Ελληνικού Παραδείγματος,Α. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2007, 222-268



[Πρώτη δημοσίευση: Ψηφιακό Περιοδικό The Athens ID
(τ.2, Μάρτιος-Απρίλιος 2008, σσ.120-130)
στον ιστότοπο: http://www.democracycrisis.com/]

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

ΣΤΟ ΜΑΚΡΥΝΟ ΓΚΟΥΑΝΤΟΓΚ



blog counter




ΣΤΟ ΜΑΚΡΥΝΟ ΓΚΟΥΑΝΤΟΓΚ*
Του Βασίλη Χαραλμαπους
==========
Αχάραδα** την ώρα π’ αρχινά
να πλαταίνει το ξάγναντο
στο μακρινό Γκουαντόγκ
στην απέραντη Κίνα
το μικρό ξαδελφάκι του Τσον
με τις τόσες χιλιάδες παιδιά
απογεννίδια και τούτα
από κείνες τις φαμίλιες δίχως μειδίαμα
στο Σαντσί και στο Χενάν
στου καμάτου το πάλεμα.
Δειλιασμένο το ζύγωμα
στο Λιανγκσάν το πολύβουο
που κρυψώνα απ’ τον ήλιο φαντάζει
αποζητάνε ακόμη τα τόσα παιδιά
που πουλήθηκαν σκλάβοι.
Κι όλο προφταίνει το δείλι τον κάματο
στη μοναξιά του μικρού υακίνθου
αφού κάποιοι ξέρουν μονάχα
τον ολόδικο άργυρο
ν’ αποζητάνε τόσο μα τόσο περίσσια
μακραίνοντας τόσο παράξενα
την αφέγγαρη τούτη νυχτιά.


*Σχόλιο - Στη νοτιοδυτική Κίνα πωλούνται χιλιάδες παιδιά για να δουλέψουν σε πλούσιες περιοχές όπως το Λιανγκσάν. Αποτέλεσμα του απάνθρωπου αυτού φαινομένου δουλείας είναι να αγνοούνται πολλά παιδιά που πωλήθηκαν σκλάβοι.
** Αχάραδα= πριν χαραξει ο ήλιος

(Από την ποιητική συλλογή “Αρμίδι”)
ΠΗΓΗ.ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ Π.ΤΕΛΕΒΑΝΤΟΥ

AΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ «ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ» ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2020 ΚΑΙ 2021.

blog counter Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί «ο Χριστός είη εν τω μέσω ημών». Ευχαριστηριακές δοξολογίες οφείλουμε στον «ενανθρωπήσαντα» Θεό μας...