Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2019

Διάσημος Γάλλος φωτορεπόρτερ γίνεται Ορθόδοξος μοναχός!



blog counter



Διάσημος Γάλλος φωτορεπόρτερ γίνεται Ορθόδοξος μοναχός!
«Έγινα μοναχός για να διεισδύσω στο νόημα της ζωής, να μάθω τον κόσμο!»


Στο πέρασμά του από την Ελλάδα ο Γάλλος μοναχός Ιωάννης δέχτηκε να συναντηθούμε και να μιλήσουμε για το προσωπικό του συναπάντημα με την Ορθόδοξη πίστη. Το βλέμμα του, πριν γίνει μοναχός ήταν εστιασμένο κυρίως σε μια καλλιτεχνική επιφάνεια της ζωής, αφού ήταν παγκοσμίως διάσημος φωτογράφος. Όμως όλα πήραν άλλη μορφή, όταν μια σειρά απρόβλεπτων γεγονότων τον ώθησαν να συναντηθεί με την ποιητική φύση του Θεού και ως γνήσιος καλλιτέχνης την αναγνώρισε. Στην μετάφραση της συνέντευξης βοήθησε και τον ευχαριστώ γι’ αυτό ο πατήρ Νικόλαος Δουληγέρης, με τον οποίο ο Μοναχός Ιωάννης είναι φίλος από πολλά χρόνια μετά την πρώτη τους γνωριμία στο Άγιο Όρος.
Ο μοναχός Ιωάννης, κατά κόσμον Gérard Gascuel, γεννήθηκε το 1947 στη Σεβέν της Γαλλίας. Σπούδασε φωτογραφία στο Παρίσι (École Louis Lumière) και κατόπιν εργάστηκε ως καλλιτεχνικός φωτογράφος σε διάσημα περιοδικά μόδας και σε εφημερίδες, καθώς επίσης και στον χώρο της διαφήμισης. Προσωπικές φωτογραφικές του εκθέσεις φιλοξενήθηκαν στο Παρίσι, σε μουσεία (Μουσείο Φωτογραφίας) και σε Φεστιβάλ Τέχνης του εξωτερικού (Ιαπωνία, Καναδάς, ΗΠΑ κ.α.)

Ο πατήρ Ιωάννης το 1983, στη διάρκεια μιας δημοσιογραφικής αποστολής του στην Ελλάδα, συναντά και γνωρίζει τον ορθόδοξο μοναχισμό. Λίγο αργότερα θα γίνει μοναχός στο Άγιο Όρος.


Στην αρχή της συζήτησης, μας αναφέρει με βλέμμα που λάμπει από ενθουσιασμό πως δεν θα ξεχάσει ποτέ τις πρώτες του μέρες στο Άγιο Όρος, όταν πήγε με την φωτογραφική του μηχανή ν’ αποτυπώσει την φύση και τον μοναχισμό, απεσταλμένος μιας Ιαπωνικής εφημερίδας στην οποία εργαζόταν:


«Πριν γίνω μοναχός, ήμουν δημοσιογράφος. Πήγα στο Άγιο Όρος, στην Ελλάδα, για να γράψω ένα άρθρο για μια γιαπωνέζικη εφημερίδα στην οποία κρατούσα το καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Μια μέρα, περπατώντας στο δάσος,βρέθηκα μπροστά σε μια ερειπωμένη εκκλησία. Μπήκα, και στην κρύπτη της ανακάλυψα ένα οστεοφυλάκιο. Η τυχαία αυτή συνάντηση ήταν για μένα η αποφασιστική στροφή. Ήμουν 30 ετών. Στην ηλικία αυτή, το μόνο που σκέφτεται κανείς είναι να καταβροχθίσει την ζωή, αναζητώντας την άμεση ευχαρίστηση, την δύναμη, την γνώση. Ξαφνικά αντίκρισα κατά πρόσωπο την ίδια μου την πραγματικότητα. Κάποια μέρα θα βρεθώ εκεί, στην άλλη όχθη χωρίς να έχω ζήσει. Κατάλαβα ότι δεν ζούσα για μένα, αλλά για την εντύπωση που ήθελα να δώσω στους άλλους για μένα.




Βαθιά συγκίνηση


Βγαίνοντας από την εκκλησία, ταραγμένος από την θέα του οστεοφυλακίου,βλέπω έναν γέρο μοναχό – δεν τον είχα συναντήσει ποτέ άλλοτε. Πολλές φορές η Θεία Πρόνοια μας στέλνει το πρόσωπο που πρέπει, την στιγμή που πρέπει. Του ζήτησα να μου μιλήσει για το πνευματικό νόημα της εικόνας, όμως δεν μιλούσε καμία από τις γλώσσες που μιλούσα. Για να μου εξηγήσει, λοιπόν, το νόημα της εικόνας άρχισε να ψέλνει στα ελληνικά. Δεν καταλάβαινα λέξη, αλλά το άκουσμα μου προκάλεσε καινούρια ταραχή: ήταν για μένα πρωτάκουστο. Η συγκίνηση δεν ήταν εγκεφαλική ή αισθητική∙ είχε αγγίξει τα βάθη της καρδιάς. Ψάλλοντας έναν ύμνο, ερμήνευε το μυστήριο της εικόνας της Σταύρωσης. Ξεπερνώντας την γλώσσα με τις λέξεις ανακάλυπτα εκείνον που πέθανε σαν σκλάβος και δοξάστηκε ως Θεός. Από έναν απλό ύμνο, ανακάλυψα μια καινούρια «γλώσσα», τη γλώσσα της καρδιάς. Πέθανα και ξαναγεννήθηκα σε μια νέα πραγματικότητα. Η ζωή μου πολύ σύντομα στράφηκε στην Ορθοδοξία. Κάποτε, μετά από δυο χρόνια, αποφάσισα να πάω να τον συναντήσω, αλλά όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα τον άνθρωπο, ούτε το καλύβι του. Ρώτησα στην μονή Σταυρονικήτα που θεώρησα ότι ήταν κοντά αλλά μάταια, κανείς δεν τον είχε ακουστά. Έναν ολόκληρο χρόνο έψαχνα, όμως με διαβεβαίωσαν πως τέτοιο καλύβι ουδέποτε υπήρχε. Πιστεύω ακράδαντα ότι έζησα ένα προσωπικό θαύμα.






Όλα μέσα μου βρήκαν απήχηση!


Ο ίδιος, αναφέρει: «Επιστρέφοντας στο Παρίσι, το μόνο που σκεπτόμουν ήταν να διδαχτώ τη γλώσσα της καρδιάς. Η Θεία Πρόνοια με οδηγούσε ακόμη: στο μετρό, μπέρδεψα την έξοδο και βγαίνοντας πέρασα, “τυχαία”, μπροστά από μια Ορθόδοξη εκκλησία.
Mπήκα στο ναό, είχε ακολουθία. Όλα έβρισκαν μέσα μου απήχηση: το χρυσό των εικόνων , το θυμίαμα, η πανηγυρική λειτουργία, η κατανυκτική ατμόσφαιρα της σύναξης των πιστών… Είπα στον εαυτό μου: πρέπει να μπω για τα καλά σε αυτό τον δρόμο. Κι έτσι έγινα προσκυνητής των αδύτων».


Όταν του απηύθυνα το ερώτημα “πώς πήρε την απόφαση να γίνει Ορθόδοξος και πώς την πραγματοποίησε εν τέλει”, χαμογέλασε με την αίσθηση ότι θα έπρεπε να εξηγηθεί με τρόπο τέτοιο που ο ακροατής του, που δεν έχει περάσει από τέτοιο στάδιο θα τον κατανοούσε απολύτως:




«Όταν παίρνεις μια απόφαση, σου δίνεται και η δύναμη να την πραγματοποιήσεις. Από την στιγμή που η επιθυμία πήρε σάρκα και οστά, έμενε να βρεθεί ο τόπος για να ριζώσω. Στην ορθόδοξη παράδοση, η αναζήτηση τόπου ταυτίζεται με την αναζήτηση πνευματικής πατρότητας. Χρειάζεται ένας Πατέρας που να σε κρατάει σε εγρήγορση ώστε να αντιληφθείς αυτή την «γλώσσα» –δεν πρόκειται για την ομιλία ή την παιδεία- ένας Πατέρας που να σε αφυπνίσει, για να νοιώσεις το σκίρτημα της θείας Παρουσίας μέσα σου. Δεν αποζητούσα διανοητική κατανόηση, δεν ήθελα να διδαχτώ μια καινούρια τεχνική∙ επιθυμούσα να μυηθώ στην ζώσα και βιωμένη Παράδοση. Αυτό σημαίνει: δουλειά στους αγρούς, δηλαδή χειρωνακτική εργασία, να μάθεις να προσεύχεσαι, να μάθεις να σέβεσαι, να μάθεις να ζεις με την καθοδήγηση ενός γέροντα, να μάθεις να συνομιλείς μυστικά με τον ζώντα Χριστό. Ήθελα να γνωρίσω σε βάθος τον Λόγο, δηλαδή τα Θεία Ονόματα, την ζωογόνο Δύναμη του Πνεύματος, και όχι το γράμμα που πετρώνει το Πνεύμα. Το ότι δεν μιλούσα ελληνικά δεν με εμπόδισε καθόλου. Έφυγα για το Άγιο Όρος και μετά πήγα στην έρημο της Ιουδαίας, όπου έμεινα κάποια χρόνια. Είχα ανάγκη στη νέα μου πίστη ο Θεός να είναι για μένα το παν. Γνωρίζω ότι ο Θεός μιλά σε «καθαρά καρδία», όμως, πριν η καρδιά ειρηνέψει, μέσα στην έρημο επιστρέφουν όλα τα πάθη μας, όλες οι αδυναμίες μας, όλα τα όνειρα και οι μωροφιλοδοξίες μας, ό,τι ανεκπλήρωτο, ό,τι δεν κάναμε σωστά: χρειάζεται πολλή δουλειά για να καθαριστεί και να λαγαρίσει ο εαυτός πριν μπει, με την Χάρη του Θεού, στην έσω Σιωπή.»






Το να είναι κάποιος Ορθόδοξος είναι ένας αγώνας, το να αποφασίσει ωστόσο να στραφεί στον αναχωρητισμό δείχνει ότι αυτός ο άνθρωπος θέλει ν’ αθληθεί σε πρωταθλητικό επίπεδο. Επίσης δείχνει μια ανάγκη να απομακρυνθεί από τα εγκόσμια. Του το ανέφερα και απάντησε ξεκάθαρα:


« Έγινα μοναχός όχι για να αποφύγω τον κόσμο, αλλά για να διεισδύσω στο νόημα της ζωής, για να γνωρίσω τον κόσμο βαθύτερα και σε μια διάσταση πιο προσωπική.
Έγινα μοναχός για να γνωρίσω σε βάθος αυτή την γλώσσα, την γλώσσα της καρδιάς, που δεν σου αποκαλύπτεται παρά μόνο με την εμπειρία, με το βίωμα∙ και το βίωμα προϋποθέτει σχέση εμπιστοσύνης με την αιωνιότητα την κάθε στιγμή∙ αυτή η γλώσσα δεν αρνείται τον κόσμο, αντιθέτως τον αφουγκράζεται, τον παντρεύεται, τον μεταμορφώνει, τον καλεί με το όνομά του, ζει μαζί του το θαύμα της καθημερινότητας.
Ο μοναχός δεν απορρίπτει τον κόσμο, πράγμα που θα σήμαινε ότι απορρίπτει τον ίδιο του τον εαυτό. Αντιθέτως, βρίσκεται στην καρδιά του κόσμου και η σχέση του μοναχού με τον κόσμο είναι εκλεπτυσμένη και ουσιαστική.»


Στην αρχή ο πατήρ Ιωάννης πηγαίνει στο Άγιο Όρος και στη συνέχεια μεταβαίνει στο Μοναστήρι του Αγίου Σάββα, στην έρημο της Ιουδαίας, όπου εγκαταβιώνει πλάι στον Γέροντά του, π. Σεραφείμ, έναν άνθρωπο που επέλεξε για πνευματικό του οδηγό και που τον ενέπνευσε στην πνευματική ζωή. Ο π. Σεραφείμ θα του αφαιρέσει με μαεστρία τον ευρωπαϊκό του ορθολογισμό. Του ζήτησα να αναφερθεί με λεπτομέρειες σε αυτή την συνάντηση:




« Ένας μοναχός που είχε έρθει στο Άγιο Όρος μού μίλησε για τον πατέρα Σεραφείμ, ο οποίος ζούσε στο μοναστήρι του Αγίου Σάββα, στην έρημο της Ιουδαίας, κοντά στην Νεκρά Θάλασσα. Μετά από πολλές δυσκολίες, πήγα να τον συναντήσω. Αμέσως κατάλαβα ότι αυτός ήταν ο οδηγός που ζητούσα. Είχε μια φωτεινή ομορφιά. Μια φωτεινότητα που δεν σε παραπλανά, αλλά σε φωτίζει, σε μεταμορφώνει, σε ειρηνεύει με λόγους αληθείας, με απόσταγμα απλότητας. Αυτός ο Γέροντας έκανε φανερή σε μένα την Παρουσία του Θεού. Αποφάσισα ότι θα γίνω μοναχός και ότι στον άνθρωπο αυτό θα έκανα Υπακοή. Όμως τα πράγματα μαζί του δεν ήταν εύκολα και γρήγορα πήρα το πρώτο μου μάθημα. Φανταστείτε, σας παρακαλώ∙ ένας νέος άντρας τριάντα τριών ετών, φθάνει στην έρημο της Ιουδαίας, έχοντας εγκαταλείψει τα πάντα και μια πολύ καλή ζωή στο Παρίσι, και ζητά να ενταχθεί στο κοινόβιο. Με έβαλαν στην κουζίνα∙ το φαντάζεστε; Εμένα, έναν Γάλλο! Μου έμαθαν να σκουπίζω το πάτωμα, να πλένω πιάτα… Βέβαια, το πλύσιμο των πιάτων στην έρημο δεν είναι απλή υπόθεση, γιατί το νερό είναι λιγοστό. Ξαναμάθαινα, όπως ένα μικρό παιδί, καθημερινά πράγματα και πώς αυτά συνδέονται με το Πνεύμα. Δεν επρόκειτο για μάθηση πρακτική. Ήταν μύηση. Υπάρχει τόση ομορφιά στην απλή κίνηση, ομορφιά που μπορεί να γίνει δοξολογία, μαρτυρία, σάρκωση της Παρουσίας.




Τα …βαρίδια που όλοι μας κουβαλάμε και το περιστατικό με το λουκούμι, που τον έκανε να συνειδητοποιήσει πολλά


Ο π. Ιωάννης συνεχίζει την περιγραφή του: Την πρώτη ημέρα εμπρός στο πιάτο κάθε μοναχού έβαλα το επιδόρπιο, ένα λουκούμι. Τότε οι μοναχοί ήταν δώδεκα, άρα έβαλα δώδεκα λουκούμια. Όταν γύρισα, το λουκούμι μου είχε εξαφανιστεί. Η θέση μου ήταν δίπλα στον πατέρα Σεραφείμ, οπότε η δουλειά ήταν δική του. Εάν ήδη από την πρώτη ημέρα ο Πνευματικός κλέβει το λουκούμι μου, τι θα γίνει μετά από δεκαπέντε μέρες; Κατάχρηση εξουσίας, τρομερό! Για σκεφτείτε το καλά! Και στο Παρίσι μπορεί να σας κλέψει κάποιος, κατανοητό∙ αλλά σε ένα μοναστήρι, την πρώτη κιόλας μέρα να σε κλέψει ο ηγούμενος! Άλλο πράγμα! Είχα βάλει μετάνοια και είχα υποσχεθεί υπακοή! Άρχισα να κάνω σκέψεις αρνητικές, κάτι που επηρέαζε την προσευχή μου.
Μετάνοια
Μετά το δείπνο, πήγα να δω τον πατέρα Σεραφείμ. Έβαλα μετάνοια και τον ρώτησα: “Πάτερ, γιατί μου πήρες το λουκούμι μου;” Με άφησε να μιλάω χωρίς να μου απαντά. Μετά από πέντε λεπτά δεν είχα τίποτε άλλο να πω. Μου είπε: “Τα είπες όλα;” “Όχι” απάντησα “αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτε”. “ Ήθελα να δω αν θα με κατακρίνεις∙ αν το είχες κάνει, θα σου είχα πει: Ορίστε η πόρτα, μπορείς να φύγεις”. Για μένα αυτό ήταν ένα μάθημα ασυνήθιστο, παράδοξο. Πράγματι δεν πήγα στην έρημο για να κρίνω τους κλέφτες και τους ψεύτες. Θα μπορούσα βέβαια να του κάνω και λίγο κήρυγμα: ξέρετε, αυτό δεν ήταν καλό, δεν ήταν ωραίο… Θα μπορούσα να σηκωθώ και να φύγω από το μοναστήρι και να καταγγείλω στον Τύπο τον Πατέρα Σεραφείμ με κατηγορίες όπως: κατάχρηση εξουσίας ή κλοπή, βγάζοντας στα φόρα ένα σκάνδαλο…



Εάν ήρθα στο μοναστήρι φέρνοντας μαζί μου τα βαρίδια του κόσμου, δεν έχω καμιά δουλειά στην έρημο. Ο πατήρ Σεραφείμ μού δίδαξε ∙ “Δεν είσαι εδώ για να κρίνεις, είσαι εδώ για σένα. Εάν βλέπεις ότι κάποιος αδελφός κάνει λάθος, το θέμα δεν σε αφορά. Αν όμως αυτό σου δημιουργεί πρόβλημα, τότε έλα να με δεις. Αλλά όταν δεις έναν αδελφό να σφάλλει, όποιο κι αν είναι το σφάλμα του, προσευχήσου γι’ αυτόν, μην αρχίζεις να τον κρίνεις, να τον γεμίζεις ενοχές, κάνοντάς του μάθημα ηθικής”. Ένα από τα πρώτα μαθήματα στην έρημο ήταν πως ήμουν εκεί για μένα τον ίδιο. Και πως, χωρίς να είμαι απομονωμένος, ήμουν μόνος ενώπιον του Θεού.»


Στην ζωή του στην έρημο της Ιουδαίας πήρε πολλά μαθήματα. Τον παρακαλώ να μας μεταφέρει μέρος της πνευματικής του μαθητείας. Χωρίς να σκεφτεί ιδιαίτερα, απάντησε ως ένας άνθρωπος που βιώνει αυτή την διδασκαλία που διδάχτηκε:


«Μια μέρα ένοιωθα πλημμυρισμένος από την Θεία Χάρη. Πήγα στον Γέροντα: “Πάτερ, με επισκέφτηκαν άγγελοι, καταλαβαίνω το νόημα του Ευαγγελίου…” Ο Γέροντας ούτε καν με κοίταξε. “ Άντε να σκουπίσεις τα αποχωρητήρια και δες αν οι άγγελοι σε συνοδεύουν ακόμη”. Ο πατήρ Σεραφείμ δεν απέρριπτε την ύπαρξη Ασώματων δυνάμεων, μέλημά του όμως ήταν να εξαφανίσει κάθε ίχνος πνευματικής υπερηφάνειας. Ο πατήρ Σεραφείμ, τρυφερά αυταρχικός, πέταγε τα επικαλύμματα, καθάριζε τη ματιά μου, καταδίωκε τις ψευδαισθήσεις και την άγνοια, για να μου δοθεί η χάρη του Θαβωρείου φωτός. Μου πρόσφερε ελευθερία με αγάπη, με άφησε να αποπλυθώ, να καθαριστώ, με άφησε να σωφρονιστώ. Δεν με θανάτωσε, δεν με απέρριψε, αφαίρεσε όλα τα περιττά.»



Με την ευχή του Πνευματικού του ίδρυσε τη Σκήτη της Αγίας Πίστης στη Σεβέν

Τρία χρόνια ασκήτεψε στην έρημο της Ιουδαίας και εν συνεχεία με την ευχή του πνευματικού του το 1996 εγκαθίσταται στην Σεβέν της νότιας Γαλλίας, όπου ιδρύει τη Σκήτη της Αγίας Πίστης, ένα τόπο προσευχής και αναχώρησης. Η αγία Πίστη ήταν μια δεκαπεντάχρονη κοπελίτσα που μαρτύρησε στα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Από τη Σκήτη της Αγίας Πίστης, εκδίδεται σήμερα το περιοδικό Art sacré, ενώ ο π. Ιωάννης είναι συγγραφέας πολλών έργων:Hommes de Lumière, Fils de lumière, Pèlerinage au Mont Athos, J’ai soif d’une eau de vie, L’amour en question, Insaisissable fraternité, Le jardin de la foi.


Σήμερα, συνασκητεύει μ’ έναν ακόμη μοναχό και συγκεντρώνει κοντά του Γάλλους προσκυνητές, παλιούς φίλους από τον καλλιτεχνικό χώρο, χριστιανούς αλλά και αναζητητές του Θεού που μαθητεύουν στην Ορθοδοξία. Από την συζήτησή μας, αντιλήφθηκα την αιτία που σήμερα αργά μα σταθερά κάποιοι ελάχιστοι ίσως πολίτες της Γαλλίας οσμίζονται την αλήθεια της Ορθόδοξης πίστης. Το να γίνεται σήμερα εξωτερική Ιεραποστολή στην Γαλλία από έναν Ορθόδοξο Γάλλο σ ΄ένα μοναστήρι στα βουνά της Γαλλίας είναι ένα γεγονός που μας σιγουρεύει πως η χάρη του Θεού…γεμίζει τις ελλείψεις των ανθρώπων και μας στρέφει σε Αναστάσιμη έκπληξη.
__________


Σοφία Χατζή
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ ΑΛΛΑ ΑΥΞΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ



blog counter

Τοῦ Ἰωάννη Λεοντακιανάκου

.           Στὴν παροῦσα περίοδο, 245 ἑκατομμύρια Χριστιανῶν παγκοσμίως ὑπόκεινται σὲ καταπίεση, σὲ δίωξη, σὲ φυλάκιση καὶ σὲ κάθε εἴδους κακομεταχείριση λόγω τῆς πίστης του, σύμφωνα μὲ τὴν ἐτήσια ἔκθεση τῆς διεθνοῦς, μὴ κερδοσκοπικῆς Ὀργάνωσης “Open Doors”. Ἀπὸ αὐτούς, τὰ 140 ἑκατομμύρια πιστῶν βρίσκονται στὴν Ἀσία.
.            Ἡ ἔκθεση ὑπογραμμίζει ἰδιαίτερα τὴν αὔξηση τῆς καταπίεσης τῶν γυναικῶν στὶς χῶρες, ποὺ καταλαμβάνουν τὶς πρῶτες δέκα θέσεις στὸν κατάλογο τῶν κρατῶν-διωκτῶν καὶ χαρακτηρίζονται ἀπὸ “ἀκραῖα” ἐπίπεδα δίωξης καὶ καταπίεσης. Στὰ κράτη αὐτά, οἱ γυναῖκες , πέραν τῶν ἄλλων, ἀποτελοῦν τὰ θύματα σεξουαλικῆς βίας, βιασμοῦ καὶ ἐξαναγκασμοῦ σὲ γάμο χωρὶς τὴν συγκατάθεσή τους καὶ πρὶν τὴν ἐνηλικίωση.
.           Ἡ Κίνα εἶναι μία ἀπὸ τὶς χῶρες, στὶς ὁποῖες ἡ δίωξη τῶν Χριστιανῶν βαίνει αὐξανόμενη τὰ τελευταῖα χρόνια. Περισσότερα ἀπὸ 50 ἑκατομμύρια πιστῶν ἀναμένεται νὰ ὑποστοῦν κάποιας μορφῆς καταπίεση φέτος, καθὼς ἡ κινεζικὴ κυβέρνηση ἐνισχύει τοὺς ἐλέγχους καὶ τὰ μέτρα καταστολῆς τῆς θρησκευτικῆς λατρείας, γεγονὸς ποὺ ἀνεβάζει τὴν χώρα στὴν εἰκοστὴ ἕβδομη ἀπὸ τὴν τεσσαρακοστὴ τρίτη θέση στὸν πίνακα τῆς Ὀργάνωσης “Open Doors” τῶν πενήντα “χωρῶν-διωκτῶν” τῶν Χριστιανῶν. Ἡ δίωξη διαφαίνεται ὅτι καθοδηγεῖται ἀπὸ τρεῖς παράγοντες: 1/τὴν ἰσχυρὴ ἰδεολογικὴ ἡγεσία τοῦ προέδρου τῆς Κίνας, Ξί Τζίνπινγκ, 2/τὴν ἀνησυχία τῆς κυβέρνησης γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ 3/τὴν ἀξιοποίηση τῆς τεχνολογίας ὡς κατασταλτικοῦ ἐργαλείου.
.           Ἡ Βόρεια Κορέα καταλαμβάνει τὴν πρώτη θέση στὸν πίνακα παρακολούθησης γιὰ 18η συνεχῆ χρονιά.
.           Οἱ ἐκτιμώμενοι 300.000 χριστιανοὶ τῆς χώρας ὑφίστανται ἕνα “στραγγαλσμό”, ποὺ τοὺς ἀναγκάζει νὰ ἀσκοῦν τὴν θρησκευτική τους λατρεία μὲ μυστικότητα, διαφορετικὰ κινδυνεύουν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν βάναυση ἀντίδραση τοῦ μισαλλόδοξου καθεστῶτος.
.           Ἡ Ἰνδία, ἡ πολυπληθέστερη “δημοκρατία”, ἡ ὁποία διδάσκει στὸν κόσμο τὸν τρόπο τῆς “μὴ-βίας”, σκαρφάλωσε στὴν δέκατη θέση ἔναντι τῆς εἰκοστῆς ὄγδοης ποὺ βρισκόταν πρὸ πενταετίας καὶ βρίσκεται πλέον δίπλα σὲ χῶρες ὅπως τὸ Ἰράν.
.           Χῶρες ποὺ ἔχουν μετακινηθεῖ πάνω ἀπὸ δέκα θέσεις στὸν ἐν λόγῳ κατάλογο, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, περιλαμβάνουν τὴν Κίνα, τὴν Ἀλγερία, τὴν Κεντροαφρικανικὴ Δημοκρατία, τὸ Μάλι καὶ τὴν Μαυριτανία.
.           Ἡ ἄνοδος τοῦ μαχητικοῦ ἀθεϊσμοῦ, τοῦ ριζοσπαστικοῦ Ἰσλὰμ καὶ τοῦ ἐθνικισμοῦ ἀποτελοῦν βασικὲς αἰτίες δίωξης τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων.
.           Στὴν Ἰνδονησία, μία χώρα ὅπου ἡ πλειοψηφία τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι μουσουλμάνοι, ὁ θρησκευτικὸς ζηλωτισμὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποτελεῖ σοβαρότατο πρόβλημα καὶ πολλοὶ μὴ-μουσουλμάνοι πολίτες παραπονοῦνται γιὰ μία συνεχιζόμενη ἰσλαμοποίηση τῆς πολιτικῆς ζωῆς, μὲ τοὺς πολιτικοὺς νὰ προσπαθοῦν νὰ κινητοποιήσουν / ἐνεργοποιήσουν τὶς ὑπερσυντηρητικὲς καὶ σκληροπυρηνικὲς μουσουλανικὲς ὁμάδες, μὲ στόχο τὴν προώθηση δικῶν τους συμφερόντων. Πέρυσι, μία οἰκογένεια βομβιστῶν αὐτοκτονίας, ποὺ συνδέονταν μὲ τὸ ἰσλαμικὸ κράτος, ἐπιτέθηκε σὲ τρεῖς ἐκκλησίες στὴ Σουραμπάγια, σκοτώνοντας 28 ἄτομα.
.           Στὴν Μιανμάρ, οἱ ἐπιθέσεις σὲ χριστιανοὺς τείνει νὰ γίνει ἕνα συνηθισμένο φαινόμενο. Ἐνδεικτικὸ τῆς ἐπικρατούσας κατάστασης εἶναι ἡ ἐπίθεση ὁμάδας 50 Βουδιστῶν ἐναντίον μίας ὁμάδας Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι, ἁπλά, γιορτάζουν τὰ Χριστούγεννα.
.           Ὡστόσο, ὁ Χριστιανισμὸς στὴν Ἀσία, παρ᾽ ὅτι βιώνει σήμερα μεγαλύτερη ἀπειλὴ ἀπ’ ὅ,τι στὸ παρελθόν, ἀποδεικνύει ὅτι παρουσιάζει μία ἰδιαίτερη ἀνθεκτικότητα σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς διώξεις καὶ καταπιέσεις ποὺ ὑφίσταται. Ἡ χριστιανικὴ κοινότητα ἀπὸ τὰ 62 ἑκατομμύρια πιστῶν ποὺ ἀριθμοῦσε στὴν Ἀνατολικὴ καὶ Νοτιοανατολικὴ Ἀσία τὸ 1970, τὸ 2015 παρουσιάζει μία αὔξηση ποὺ ξεπερνᾶ τὰ 262 ἑκατομμύρια πιστῶν καὶ ἀναμένεται νὰ προσεγγίσει τὰ 431 ἑκατομμύρια τὸ 2050.
.           Ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται ἐπαληθεύεται ἀκόμη μία φορὰ ἱστορικὰ ὅτι ἡ δίωξη μίας θρησκείας μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς παράγοντας ἀνάπτυξης καὶ ἐξάπλωσής της, ἀντὶ νὰ τὴν περιορίσει καὶ τελικὰ νὰ τὴν ἐξαλείψει. Οἱ διωγμοί, μερικὲς φορές, θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ὡς ἐπιβεβαίωση τῆς δύναμης τῆς θρησκευτικῆς τους πίστης καὶ αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μεγαλύτερη προθυμία τους νὰ μοιραστοῦν τὴν πίστη τους προσηλυτίζοντας καὶ νέους πιστούς.


ΠΗΓΗ: liberal.gr

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

Η Ορθόδοξη αποστολή της Εκκλησίας στην Ιαπωνία



blog counter


Ο άγιος Νικόλαος Κασάτκιν (1836 – 1912), θεμελιωτής τής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ιαπωνία

“Σ’ όλη τη διάρκεια των πενήντα χρόνων που έζησα στην Ιαπωνία, προσπάθησα να κάνω δικό μου κάθε στοιχείο της ιαπωνικής πραγματικότητας: τη γλώσσα, το φαγητό, την ενδυμασία, την καθημερινή συμπεριφορά κλπ. Και πάντα ένιωθα ότι ακόμη δεν μπορώ να γίνω εντελώς Ιάπωνας˙ ότι παραμένω ακόμη Ρώσος. Τώρα, όμως, που θα πεθάνω, θα θαφτώ σε ιαπωνικό έδαφος, θα με σκεπάσει ιαπωνικό χώμα, σε λίγα χρόνια θα αποσυντεθώ στην ιαπωνική γη και, εν τέλει, θα γίνω εντελώς Ιάπωνας”...

Τα λόγια αυτά μαρτυρούνται ως επιθανάτια εξαγόρευση του αγίου Νικολάου Κασάτκιν (1836 – 1912), αποστόλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ιαπωνία (1861 – 1912). Και συμπυκνώνουν με ένταση προσωπική (πως αλλιώς;) το όραμα και τον τρόπο της ιεραποστολής. Η ιεραποστολή είναι πράξη σάρκωσης, η οποία ριζώνει στη σάρκωση του Κυρίου της και η οποία, ταυτοχρόνως, καθιστά σαρκούμενο τον σαρκωμένο Κύριο. Για πολλοστή φορά θα επαναλάβω την τολμηρή διατύπωση του Παναγιώτη Νέλλα: Ο Χριστός «προσφέρεται μέσα στην Εκκλησία στους ανθρώπους και ταυτόχρονα περιμένει απ’ αυτούς τη συγκεκριμένη σάρκα δια της οποίας μόνο το Σώμα του μπορεί να συγκροτηθεί. Αν ο Χριστός δεν βρει σε μια ορισμένη ιστορική περίοδο αυτή τη σάρκα, μένει σ’ αυτή την περίοδο αδρανής […]. Η ενσωμάτωση στο Χριστό δεν αφορά μόνο τα ανθρώπινα όντα. Αφορά εξίσου τις ιστορικές πραγματικότητες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι είναι υπαρξιακά δομημένοι».
Η εξαγόρευση του Κασάτκιν δείχνει και το τρομακτικό βάρος αυτής της διαδικασίας, βάρος που μπορεί να αποβεί συντριπτικό. Η σάρκωση απαιτεί κάθοδο στον Άδη, αλλά κάθοδοι στον Άδη υπάρχουν πολλές. Το ζητούμενο είναι να πρόκειται για κάθοδο με τον τρόπο του Χριστού, δηλαδή κάθοδο της θυσιαστικής αγάπης η οποία τελικά διαλύει τον Άδη μέσα στο φως της Ανάστασης. Αλλιώς, ο Άδης καταπίνει τον κατερχόμενο, και ο παλιός ο κόσμος χλευάζει την υπόσχεση του Θεού ότι θα κάνει τα πάντα καινούργια (Αποκ. 21:5)!
Το συγκλονιστικό έργο του αγίου Νικολάου της Ιαπωνίας αποτελεί απέραντο έδαφος για έρευνα, και έχει όντως ελκύσει το ενδιαφέρον διαφόρων μελετητών, όπως σημείωνα και σε προηγούμενο κείμενό μου, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από την κοίμηση του. Ωστόσο, και οι μελέτες και οι επετειακές αναφορές σταματούν, ουσιαστικά, στον θάνατο του ιεραποστόλου, σαν τάχα η επόμενη μέρα να ήταν αυτονόητα προέκταση του έργου του, και σαν η διαδικασία της σάρκωσης σε νέα δεδομένα να είναι ακίνδυνος περίπατος. Πρόσφατα, ωστόσο, εκδόθηκε μια διδακτορική διατριβή, η οποία εκπονήθηκε το 2011 στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον με θέμα ακριβώς την επόμενη μέρα:Ηλία Καρίν, Μετά τον Νικόλαο. Η αυτοπραγμάτωση της Ιαπωνικής ΟρθόδοξηςΕκκλησίας, 1912 – 1956 [Ilya Kharin, After Nicholas; Self – realization of theJapanese Orthodox Church, 1912 – 1956, Wide Margin, Gloucester, UK 2014]. Ο συγγραφέας, με εργαλείο τη βιωμένη γνώση της ρωσικής και της ιαπωνικής γλώσσας, μαζί με αξιόμαχο θεολογικό εξοπλισμό, εξερεύνησε ένα εντυπωσιακό τροπικό δάσος υλικού, από τις βιβλιοθήκες του αμερικανικού Κογκρέσου, του ιαπωνικού κοινοβουλίου και πανεπιστημίων των δύο χωρών, μέχρι τα αρχεία κρατικών αρχών, εκκλησιαστικών υπηρεσιών και ινστιτούτων σε πλήθος πόλεων της Ρωσίας, της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Δίνοντας έμφαση στα ζητήματα που κυριάρχησαν μετά το θάνατο του Νικολάου, ο Καρίν φωτίζει και πλευρές της δράσης του ιεραποστόλου, ώστε να καταστεί σαφές το πλαίσιο στο οποίο (ή αντίθετα προς το οποίο) γεννήθηκαν τα ζητήματα αυτά.
Ο άγιος Νικόλαος έδρασε την εποχή Μέιτζι (1868 – 1912), εποχή ραγδαίου εκδυτικισμού της Ιαπωνίας, κι όμως εποχή κατά την οποία η μεταστροφή στον Χριστιανισμό (παρόλο που είχαν περάσει 13 γενιές από την πρώτη επαφή μαζί του) θεωρούνταν ακόμη ακραία πράξη, και ειδικά όταν επρόκειτο για Χριστιανισμό εισαγόμενο από την Ρωσία. Στην ιαπωνική συνείδηση η μεγάλη γειτονική χώρα εμφανιζόταν ως η πιο απειλητική ίσως δυτική δύναμη, σε μια διελκυστίνδα αγάπης και μίσους, ανταγωνισμού για την πολιτισμική ανωτερότητα αλλά και την ορμή προς εκσυγχρονισμό. «Οι Ιάπωνες και οι Ρώσοι», έχει λεχθεί προσφυώς, «μπορεί να είναι ή φίλοι ή εχθροί˙ δεν μπορεί να είναι ξένοι». Ο Κασάτκιν, ωστόσο κατόρθωσε να οικοδομήσει μια υπολογίσιμη εκκλησία με πάνω από 30.000 πιστούς. Οι αριθμοί έχουν τη σημασία τους, αλλά σημαντικότερο υπήρξε κάτι άλλο: ο προσανατολισμός που έδωσε ο Νικόλαος. Ένας προσανατολισμός προς τη συγκρότηση μιας Εκκλησίας αληθινά Ορθόδοξης και πραγματικά ιαπωνικής, κι όχι ενός παραρτήματος της ρωσικής Εκκλησίας και κουλτούρας. Αλλά το σκηνικό δεν ήταν διπολικό˙ ήταν συνθετότερο. Η Ρωμαιοκαθολική παρουσία στην Ιαπωνία ξεκίνησε το 1549 και γνώρισε τρομερούς διωγμούς μέχρι τα μέσα περίπου του 19ου αι, οπότε και άρχισε η έντονη δράση των αγγλο – αμερικανικών ιεραποστολών, η οποία και έδωσε το κυρίαρχο χριστιανικό χρώμα. Στη συνέχεια, ο 20ος αι. έφερε τη ραγδαία ανάπτυξη «γηγενών εκκλησιών», δηλαδή χριστιανικών κοινοτήτων με έξαψη την ιαπωνική ταυτότητα και σε αντιδιαστολή προς τις δυτικές ομολογίες, οι οποίες κατηγορούνται ότι εξουθένωσαν ή προσπέρασαν την ιαπωνικότητα (είναι φαινόμενο που αφορά όλο τον Τρίτο Κόσμο και τις προσπάθειες χειραφέτησής του από τη δυτική ηγεμονία, με ισχνές απαρχές στον 18ο αι.). Υπολογίζεται ότι περί τα 180 ιεραποστολικά σώματα ποικίλων ομολογιών εγκαταστάθηκαν στην Ιαπωνία από το 1852 ως το 1992, και 13 «γηγενείς εκκλησίες» σχηματίστηκαν από το 1901 ως το 1977.
Μέσα στην πραγματικότητα αυτή, οι ερευνητές δυσκολεύονται να ταξιθετήσουν το ιεραποστολικό έργο του Νικολάου σε μία μόνο κατηγορία (στις ξένες ιεραποστολές ή στις γηγενείς κινήσεις). Μερικά παραδείγματα: Αντίθετα προς τις ετερόδοξες ιεραποστολές , που επεδίωκαν ατομικές μεταστροφές, ο Νικόλαος επεδίωκε μεταστροφές οικογενειών, πράγμα που προσιδίαζε στην παραδοσιακή ιαπωνική θρησκευτικότητα. Επίσης αντίθετα προς τις ετερόδοξες ιεραποστολές, στην Ορθόδοξη ιαπωνική Εκκλησία τον ευαγγελισμό δεν τον ασκούσαν αλλοδαποί (δηλαδή Ρώσοι) ιεραπόστολοι, αλλά Ιάπωνες κατηχητές (αληθινοί ευαγγελιστές, κι όχι παιδοφύλακες), κι έτσι το εισαγόμενο ευαγγέλιο πολιτογραφούνταν στην ιδιοπροσωπία και τη μαρτυρία της τοπικής Εκκλησίας. Παρόμοια, ο Νικόλαος καλλιέργησε την πρόσληψη σινο – ιαπωνικής ορολογίας, υιοθέτησε την αφαίρεση των υποδημάτων κατά την είσοδο στο ναό (όπως επέτασσε η ιαπωνική κουλτούρα για την είσοδο σε σπίτια, σιντοϊστικά ιερά και βουδιστικούς ναούς), χρησιμοποίησε ρύζι στην τέλεση μνημοσύνων, ενέκρινε την χριστιανική χρήση των μέχρι τότε σιντοϊστικών και βουδιστικών οικιακών ιερών, δεχόταν την άσκηση των πολεμικών τεχνών ως γυμναστική και την απονομή τιμής στον κρατικό Σιντοϊσμό ως σύμβολο της πολιτείας. Χαρακτηριστική ήταν η αντίθεση του Νικολάου προς τον Ρώσο επίσκοπο (και διάδοχό του) Σέργιο, ο οποίος υπηρετούσε τον εκρωσισμό της ιαπωνικής Εκκλησίας. Ο Σέργιος υποστήριζε ότι στον καθεδρικό ναό της Αναστάσεως στο Τόκυο έπρεπε να ζωγραφιστούν άγιοι της μητέρας εκκλησίας (Βλαδίμηρος, Όλγα, Βόρις, Γκλεμπ), αλλά ο αρχιεπίσκοπος τον ανέκοψε, υπογραμμίζοντας ότι με αυτή την τακτική δεν θα υπήρχε σκοτεινότερο μέλλον για την ιαπωνική Εκκλησία, η οποία, αντιθέτως, χρειαζόταν να εμπνέεται από τους αγίους της αδιαίρετης Εκκλησίας, κι όχι ειδικά από τους Ρώσους. Με όλα αυτά, λοιπόν, η εν Ιαπωνία Ορθόδοξη Εκκλησία εμφανιζόταν πολύ ιθαγενής για να συναριθμηθεί με τις επήλυδες ιεραποστολές, και ταυτόχρονα (ως παραμένουσα συνειδητά μέλος της παγκόσμιας Ορθόδοξης οικογένειας) πολύ ξένη για να συγκαταλεγεί στις γηγενείς κινήσεις.
Το έργο του Νικολάου, ωστόσο, είχε και δύο μεγάλες εγγενείς δυσκολίες: Αφ’ ενός τη χαρισματική προσωπικότητα και τον συγκεντρωτισμό του ιδίου, στοιχεία που δεν ευνόησαν τη δημιουργία μιας αξιόλογης δεξαμενής μαθητών – συνεργατών – διαδόχων. Αφ’ ετέρου, τις σχέσεις της ιαπωνικής με τη ρωσική Εκκλησία, σχέσεις που αφορούσαν θέματα από τη διοικητική εξάρτηση μέχρι την οικονομική στήριξη. Κοντοστέκομαι στο τελευταίο, διότι η καταλυτική σημασία του συνήθως δεν γίνεται αντιληπτή. Το ιεραποστολικό έργο σ’ όλο τον κόσμο και σχεδόν σ’ όλες τις ομολογίες (και οπωσδήποτε στην τρέχουσα ελλαδική προοπτική) είναι περίπου ταυτισμένο με τη γενναία ροή κονδυλίων από τη μητροπολιτική προς τη νεαρή Εκκλησία, όχι για έκτακτες ανάγκες, αλλά για καθαυτή τη λειτουργία της (μισθοδοσίες κληρικών, ενοίκια, κατασκευές κ.ο.κ.). Ακριβώς αυτό, όμως, αποτελεί τεράστιο πρόβλημα, και δη εκκλησιολογικό – όχι δευτερευόντως πρακτικό. Θέτει επί τάπητος τη φυσιογνωμία και την αυτοσυνειδησία κάθε τοπικής Εκκλησίας και ξεσκεπάζει το κουκουλωμένο με τη ζεστή κουβέρτα του πατερναλισμού ερώτημα αν οι νέες Εκκλησίες είναι προεκτάσεις των αρχαιοτέρων Εκκλησιών και αν το μοντέλο τους είναι η εκκλησία – καταναλωτής. Στην αρχή της προσπάθειάς του ο Νικόλαος υπολόγιζε ότι η ιαπωνική Εκκλησία θα κατόρθωνε να γίνει αυτοχρηματοδοτούμενη σε επτά χρόνια. Οι εξελίξεις τον διέψευσαν. Αλλά το σημαντικό είναι ότι, παρ’ όλες τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις, το όραμα του Νικολάου ήταν προγραμματικά διαποτισμένο από τη λογική της σάρκωσης στην ιαπωνικότητα.
Όταν ο Νικόλαος κοιμήθηκε, άφηνε μια Εκκλησία με εξ ολοκλήρου ιαπωνικό δυναμικό: 33.377 πιστούς, 34 ιερείς, 7 διακόνους, 118 κατηχητές. Με την επικράτηση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία το 1917 η οικονομική υποστήριξη έπαψε, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν μέσα σε μια πενταετία όλες σχεδόν οι δραστηριότητες της ιαπωνικής Εκκλησίας, της μνημειώδους μεταφραστικής εργασίας της συμπεριλαμβανομένης. Το ευαγγελικό έργο σίγησε στο 1/5 των περιοχών της, ο ετήσιος ρυθμός βαπτίσεων έπεσε στο μισό και από τους κατηχητές απέμεινε το 1/3. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ιαπωνικής Εκκλησίας οι κατηχητές βρέθηκαν να είναι λιγότεροι από τους ιερείς, πράγμα που σήμαινε το ξεψύχισμα της ιεραποστολής. Ταυτόχρονα, όμως, οι Ιάπωνες πιστοί είδαν τη νέα κατάσταση ως πρόκληση και ευκαιρία για το όραμα της ανεξαρτησίας τους. Η κληρικολαϊκή συνέλευση του 1919 ήταν η μαζικότερη και αντιπροσωπευτικότερη που είχε υπάρξει.
Μετά το 1917 η ιαπωνική Ορθόδοξη Εκκλησία βρέθηκε, σε χαοτική κατάσταση και έφτασε στα πρόθυρα σχισμάτων, έχοντας να επιλέξει ή τη συνέχιση της υπαγωγής της στο Πατριαρχείο της Μόσχας ή την υπαγωγής της στην Υπερόρια Ρωσική Εκκλησία ή στην εν Αμερική Ρωσική Μετροπόλια που δήλωνε αυτοκέφαλη ή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο μάλιστα δραστηριοποιήθηκε στην Κορέα μετά τον εμφύλιό της. Το 1896 (και χωρίς να έχει προ οφθαλμών τα κατακλυσμιαία γεγονότα του 1917 και του Β΄ παγκοσμίου πολέμου αργότερα) ο Νικόλαος είχε εκφράσει την πεποίθηση ότι για διακόσια τουλάχιστον χρόνια η ιαπωνική Εκκλησία θα χρειαζόταν να παραμείνει στην προστασία της «μητέρας εκκλησίας», για να μην περιπέσει σε σχίσματα και διάλυση.
Χαρακτηριστική των τάσεων που «έβραζαν» στους κόλπους της ιαπωνικής Εκκλησίας ήταν το Καταστατικό (ή Σύνταγμά) της, το οποίο συντέθηκε από την κληρικολαϊκή συνέλευση του 1919. Ο Καρίν σκιαγραφεί με ενάργεια τη δίψα για ανεξαρτησία, μαζί με μια σειρά προβληματικών στοιχείων. Η συγκυρία δεν άφηνε χώρο για νηφάλια θεολογική συζήτηση. Η ούτως ή άλλως νεφελώδης σχέση με τη «μητέρα» Ρωσική Εκκλησία βαρυνόταν πλέον με την ιαπωνική αποστροφή προς το κομμουνιστικό εγκιβωτισμό της, η δε αποζήτηση περισσότερης συνοδικότητας οδηγούσε σε έναν ιδιότυπο εξισωτισμό, όπου ο επίσκοπος έχανε τον ιδιαίτερο ρόλο του. Ο Καρίν παρουσιάζει και θεολογικά έργα διαφόρων προσωπικοτήτων της μετά τον Νικόλαο ιαπωνικής Εκκλησίας, καθένα από τα οποία αποτυπώνει τις θεολογικές επιλογές του συντάκτη του και εκπροσωπεί κάποιο ρεύμα στην εκκλησιαστική ζωή (όπως η φιλοπροτεσταντική και αντικαθολική στάση του διαδόχου του Νικολάου, μητροπολίτη Σέργιου, το αίτημα του Βασιλείου Νομπόρι Ναοτάκα, διευθυντή του επίσημου περιοδικούΟρθόδοξος Αγγελιοφόρος, για μια Εκκλησία της καθημερινής ζωής, κι όχι θεομονιστική όπως της διεφθαρμένης παλιάς Ρωσίας, και η αυτοκρατορική εννόηση της Ορθοδοξίας από τον αντίπαλο του Ναοτάκα, Αρσένιο Ιουασάουα).
Κατά τη γνώμη μου είναι ενδιαφέρον να προσέξουμε τις απόψεις του Αρσενίου, για να εξετάσουμε πως η αποδοχή του αυτοκρατορικού ιδεώδους όπου γης μπορεί να διαβρώσει την Ορθόδοξη συνείδηση και να την οδηγήσει στην πεποίθηση ότι μια πολιτισμική οντότητα (στη δική μας περίπτωση η βυζαντινή, στη Άπω Ανατολή η ιαπωνική κ.ο.κ.) είναι όχι απλώς ευρεία, αλλά οικουμενική, παραβλέποντας, έτσι, ότι η μόνη αληθινή οικουμενικότητα, η οποία και μπορεί να προσλάβει όλους τους πολιτισμούς, είναι η οικουμενικότητα του ευαγγελίου. Στην οπτική του Αρσενίου βασική αρχή της ιαπωνικής Ορθοδοξίας ήταν η εναρμόνισή της με τον αυτοκράτορα, στον οποίον απέδιδε ρητά ένα παγκόσμιο ρόλο στην οικονομία της σωτηρίας ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους, και δη για πρώτη φορά με τέτοια πληρότητα στην ιστορία του Χριστιανισμού.
Γενικότερα έχει υποστηριχτεί ότι εκ των πραγμάτων η είσοδος του Χριστιανισμού στην Ιαπωνία έθεσε πολιτικά ζητήματα. Ήδη από τον 17ο αι. η χριστιανική μονοθεΐα κατηγορήθηκε ότι κλόνιζε την παραδοσιακή ιαπωνική ιεραρχική σχέση κυρίου και των υποκειμένων του, επειδή έδινε τη δυνατότητα σε κάθε ανθρώπινο υποκείμενο να λατρεύει απ’ ευθείας τον ουράνιο Θεό, κι όχι τον επίγειο αυτοκράτορα – ουρανό (και, σε πιο ακραίες καταστάσεις, να αρνηθεί την υπακοή στον επίγειο ηγεμόνα εν ονόματι της υπακοής στον μόνο ουράνιο Βασιλέα). Αν αυτή η δυνατότητα δημιούργησε έναν στιβαρό χριστιανικό προσανατολισμό προς την δημοκρατία (στον οποίο θα μπορούσαν ίσως να συμβάλουν και άλλα δόγματα, όπως μια Τριαδολογία, στην οποία οι σχέσεις των Προσώπων θα νοούνταν συνοδικά και όχι ιεραρχικά), νομίζω πως αποτελεί θέμα προς εξέταση. Ο Καρίν πάντως μας πληροφορεί ότι στην περίοδο Μέιτζι η ιαπωνική ιδεολογία ενσωμάτωσε μια ιδιαίτερη συμβολή της χριστιανικής σκέψης. Στον αυτοκράτορα άρχισαν να προσδίδονται τα χαρακτηριστικά του χριστιανού ηγεμόνα, κατ’ αντανάκλαση του χριστιανικού Θεού: ο απρόσιτος αυτοκράτορας τώρα παρουσιαζόταν ως κύριος αλλά και πατέρας κάθε υποκειμένου του ξεχωριστά. Ήταν άλλωστε μια περίοδος κατά την οποία (και ειδικά από το 1905) η ιαπωνική κοινωνία συγκλονίστηκε από εξεγέρσεις κατά της ολιγαρχίας και από συγκρούσεις που οδήγησαν σε βήματα προς την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και στη δημοφιλία αυτού που έχει αποκληθεί «αυτοκρατορική δημοκρατία».
Φαίνεται ότι την ιαπωνική Ορθόδοξη συνείδηση (τουλάχιστον όπως αυτή εκφραζόταν επισήμως) την χαρακτήριζαν δύο επιλογές. Αφ’ ενός δεχόταν τη μοναρχία ως ιδεώδη φροντίδα των λαών (πράγμα το οποίο «έδενε» με το βυζαντινό αρχέτυπο), αφ’ ετέρου, όμως, ακριβώς στο όνομα της μοναρχίας, έθετε σε ίση μοίρα χριστιανούς και μη χριστιανούς ηγεμόνες (είναι χαρακτηριστική μια φωτογραφική σύνθεση που δημοσιεύτηκε το 1915 στονΟρθόδοξο Αγγελιοφόρο, στην οποία ο Ιάπωνας αυτοκράτορας πλαισιωνόταν από τον Ρώσο και τον Άγγλο αυτοκράτορα). Αυτό αποτελούσε, μέσα στην όλη συνάφεια, ένα ριζοσπαστικό βήμα: Οι Ορθόδοξοι δεν αναγνώριζαν στον Ιάπωνα αυτοκράτορα κάποια ιερότητα παραπάνω από ό,τι στους μονάρχες των άλλων εθνών, και αυτό προφανώς σε απόκλιση τόσο από την προαναφερθείσα απολυτότητα του Αρσενίου, όσο και από το περίφημο ιαπωνικό αυτοκρατορικό αξίωμα (γέννημα της κομφουκιανικής ιεραρχοκρατίας) «τιμάτε τον αυτοκράτορα, διώχνετε τους βαρβάρους». Νομίζω ότι το ερώτημα που τροφοδοτείται με όλα αυτά είναι ο διαχρονικός βασανισμός: Σε ποιο βαθμό η διαδικασία της σάρκωσης υποτάσσεται στην προσλαμβανόμενη σάρκα και σε ποιο βαθμό το ευαγγέλιο ρηγματώνει τον παλαιό κόσμο;
Τα ζητήματα αυτά είχαν την ιδιαίτερη επίδρασή τους και στο εσωτερικό της ιαπωνικής Εκκλησίας. Η χαρισματική και εμβληματική προσωπικότητα του Κασάτκιν φαινόταν ως το αντίστοιχο των χαρισματικών ιδρυτών βουδιστικών και σιντοϊστικών κινημάτων. Για την ιαπωνική νοοτροπία, συνεπώς, ήταν φυσικό η Ορθόδοξη Εκκλησία να γίνει ευρέως γνωστή ως «η ομάδα του Νικολάου», ο καθεδρικός ναός της Αναστάσεως ως «ο οίκος του Νικολάου», και η μνημειώδης μετάφραση της Καινής Διαθήκης ως «η μετάφραση του Νικολάου». Ήδη όσο ζούσε ο Νικόλαος, κάποιες πτέρυγες της Εκκλησίας (οι οποίες μάλιστα εμπνέονταν από το παράδειγμα της «αυτοκρατορικής δημοκρατίας») έθεταν το αίτημα μιας περισσότερο συνοδικής και λιγότερο μοναρχικής – επισκοποκεντρικής συγκρότησης της Εκκλησίας, εμπνεόμενοι, μάλιστα, και από το κλίμα της «αυτοκρατορικής δημοκρατίας». Ο Νικόλαος απέκρουσε το αίτημα, υπογραμμίζοντας αφ’ ενός ότι συμβουλευτικά σώματα ήδη λειτουργούσαν στην Εκκλησία τους, και αφ’ ετέρου ότι την Ορθόδοξη Εκκλησία την διέπουν διαχρονικά και παγκόσμια συγκεκριμένοι κανόνες για τη θέση του επισκόπου. Αλλά έχω την εντύπωση ότι τα περιστατικά αυτά ήταν, συν τοις άλλοις, μια έκφανση της χρονίζουσας δυσκολίας του νεωτερικού Ορθόδοξου κόσμου και εκκλησιολογικώς ορθού, σε κάθε επίπεδο της εκκλησιαστικής ζωής.
Η διαδοχή του Νικολάου σηματοδότησε γρήγορα αλλαγές, σε βαθμό ανατροπών. Ο μητροπολίτης Σέργιος, αποφασιστικά Ρώσος, διέθετε σε προσωπικό επίπεδο μια γλυκύτητα που μάλλον έλειπε από τον αυστηρό Νικόλαο, αλλά διαφοροποιούνταν και σε άλλα, πολύ κομβικά ζητήματα. Δεν είχε τη ζέση του Νικολάου για διδαχή, αλλά αναπαυόταν ιδιαίτερα στην αισθητική της λατρείας. Τον συνέπαιρνε η ευλαβική ψαλμωδία και η μυστικιστική ατμόσφαιρα της θείας λειτουργίας στο μισοσκόταδο των καντηλιών. Το πρωτοποριακό πρόγραμμα του Νικολάου για μεταφράσεις Βιβλικών και λειτουργικών κειμένων σταμάτησε και ξεκίνησε η έκδοση ενός νέου περιοδικού, με σκοπό τον εφοδιασμό των Ιαπώνων με μεταφράσεις ρωσικών θεολογικών και φιλοσοφικών κειμένων. Παράλληλα, όμως, το ζήτημα της φυσιογνωμίας της ιαπωνικής Εκκλησίας παρέμεινε ανοιχτό και κρίσιμο. Μπορεί ο οξύς Βασίλειος Νομπόρι να είδε τον Σέργιο (επί των ημερών του οποίου δημιουργήθηκε το προμνημονευθέν Καταστατικό της Εκκλησίας) ως λύτρωση από την «δικτατορική διοίκηση» του Νικολάου, αλλά η υποψία ότι η επισκοπική εξουσία εκ φύσεως τείνει στον δεσποτισμό παρέμεινε βασανιστική στην ιαπωνική κοινότητα, η οποία πλέον ζητούσε να αποκτήσει γηγενή προκαθήμενο. Ο επόμενος αρχιεπίσκοπος ήταν όντως Ιάπωνας, ο Νικόλαος Όνο, ένας άνθρωπος που στη δύση της ζωής του δέχτηκε να διαζευχθεί τη σύζυγό του για να γίνει επίσκοπος, και αποδέχτηκε έναν συρρικνωμένο ρόλο επισκόπου – τελετουργού. Το σκηνικό συνδεόταν με τη δυσκολία που είχε υπάρξει για τη δημιουργία αγάμου κλήρου στην ιαπωνική Εκκλησία (αφού η δυνατότητα χειροτονίας εγγάμων επισκόπων ήταν προφανώς αδιανόητη, όπως είναι και παρ’ ημίν, σε πείσμα της κανονικής παράδοσης που την επιτρέπει). Ο Παύλος Νιιτσούμα, ο πρώτος Ιάπωνας τον οποίον είχε χειροτονήσει ως ιερομόναχο ο Νικόλαος το 1881, και μάλιστα με προοπτική επισκοποίησής του, εγκατέλειψε την ιεροσύνη και νυμφεύθηκε, πράγμα που λειτούργησε ως τραύμα στους σχεδιασμούς του αρχιεπισκόπου. Εν πάση περιπτώσει, μέσα από τρομακτικούς τριγμούς, τη θέση της προστάτιδας Ρωσίας στη ζωή της ιαπωνικής Εκκλησίας πήρε, μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, η Αμερική, εξέλιξη που ο Καρίν την περιγράφει ως θλιβερή καμπή. Την εκκλησιαστική συνέλευση, η οποία στη δεκαετία του 1910 έθεσε με ορμή το ερώτημα της ανεξαρτησίας και αμφισβήτησε τον επισκοποκεντρισμό, έστω και άγαρμπα, έστω και σε αντιπαράθεση με τον αγαπημένο θεμελιωτή της ιαπωνικής Εκκλησίας, την διαδέχτηκε στη δεκαετία του 1950 μια συνέλευση που πανηγύριζε την άφιξη ξένων επισκόπων με διπλωματική ισχύ και ικανότητα συγκέντρωσης κεφαλαίων.
Η αναμέτρηση τόσων κριτηρίων και τόσων ανθρωπίνων προθέσεων στο ιαπωνικό πεδίο μου θύμισε στίχους της ποιήτριας Τάντα Τσιμάκο (1930 – 2003): «Δεν τραγουδάμε εν χορώ. Όταν τέσσερις άνθρωποι μαζευόμαστε, υφαίνουμε μαζί τέσσερις διαφορετικές μελωδίες […]. Κι όταν αυτή η συμπλοκή χαλαρώσει, σκορπίζουμε σε τέσσερις κατευθύνσεις». Στην ποιητική συλλογή της έχει δοθεί ο τίτλος Ένα δάσος από μάτια. Όσα χρειάζονται στις εργώδεις διαδρομές της χριστιανικής μαρτυρίας.  
      
Το παρόν άρθρο του κ. Θανάση Παπαθανασίου είναι από το περιοδικό «Σύναξη», τεύχος 131. Δημοσιεύτηκε με τίτλο «Μάτια σχιστά κι ορθάνοιχτα. Η αποστολή της Εκκλησίας στην Ιαπωνία»







Ιαπωνία:  Νησιωτική χώρα της Ανατολικής Ασίας.
Πρωτεύουσα: Τόκυο.
Πληθυσμός: 126.702.133 κάτοικοι (απογραφή 2016).
Θρήσκευμα: Σιντοϊστές 79,2%, Βουδιστές 66,8%, Χριστιανοί 1,5%, άλλοι 7,1%
Σημείωση: Οι συνολικοί υποστηρικτές των θρησκευμάτων υπερβαίνουν το 100%, επειδή πολλοί άνθρωποι ασκούν τόσο τον Σιντοϊσμό όσο και τον Βουδισμό (απογραφή 2012). 
ΠΗΓΗ.ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

Μοναχός Αλέξιος: από τη Βόρεια Αλβανία ετερόδοξος, στην Ελλάδα Ορθόδοξος μοναχός



blog counter

 
Ο πατήρ Αλέξιος στο ψαλτήρι σήμερα  

Συναντήσαμε στους πρόποδες του Ταΰγετου τον μοναχό Αλέξιο με καταγωγή από το Βορρά της Αλβανίας. Μας υποδέχτηκε στο ησυχαστήριο στο οποίο μονάζει με τρεις ακόμη αδελφούς. Ο κήπος με τα φροντισμένα άνθη και φυτά, η αρμονία ανάμεσα στα έργα των ανθρώπων και τη φύση του Θεού, μας καθησύχασε πως εδώ οι άνθρωποι σέβονταν την κτίση και τον Κτίστη. Ο γέροντας του ησυχαστηρίου με πνεύμα ελευθερίας και μοιράσματος επέτρεψε τη συνέντευξη που με αρχοντική σεμνότητα μας παραχώρησε ο πατήρ Αλέξιος: 

«Αδελφή μου, τ’ όνομά μου ήταν Αλέξανδρος κι έμενα στη Βόρεια Αλβανία μέχρι τα δεκαοχτώ. Η οικογένειά μου ήταν ρωμαιοκαθολική, ενώ πολλοί συντοπίτες ήταν άθεοι. Βιώναμε τα πέτρινα χρόνια του καθεστώτος του Χότζα. Τότε επικρατούσε η προπαγάνδα ότι η Ελλάδα ήταν εχθρική, αλλά όλα αυτά άλλαξαν μέσα μου με τα γεγονότα που θ’ ακολουθούσαν: Πήρα μετάθεση στα τέλη της στρατιωτικής μου θητείας στους Αγ. Σαράντα. Μια μέρα πήγα μ’ έναν φίλο μου σ’ ένα εγκαταλειμμένο μοναστήρι του Αγ. Νικολάου, όπου τελούνταν η πρώτη θεία λειτουργία μετά από χρόνια. Αντικρύσαμε τις τοιχογραφίες με τα πρόσωπα των αγίων μουντζουρωμένα, ή ασβεστωμένα, με καρφιά στα πρόσωπά τους, ενώ στρατιώτες φεύγοντας λέρωναν τον τοίχο σκαλίζοντας τα όνόματά τους…! Με κατέκλυσε η μνήμη του σχολείου όταν μαθητής γυμνασίου διαβάζαμε στ’ αρχαία για τον Όμηρο και έλαμψε στο νου μου η φράση “H μακαρία Μεσσηνία”... Ήξερα για τους θαρραλέους Σπαρτιάτες, την εύφορη γη. Έτσι πήρα το πρώτο ερέθισμα να γνωρίσω την Ελλάδα.

Πήρα την ευχή των δικών μου και ξεκίνησα το ταξίδι καταλήγοντας από το Βορρά της Αλβανίας στο Νότο της Ελλάδος. Πρώτη μου εργασία, να καίω κλάρες ελιών σε κτήμα στα ριζά του Ταΰγετου. Ήταν Γενάρης του 1992, γύρω χιονισμένα και μπροστά ο Μεσσηνιακός κόλπος. Συνάντησα μετά μια συντροφιά ανθρώπων καλλιεργημένων που με προσέλαβαν για λίγες μέρες. Όταν τελείωσε η δουλειά πληρώθηκα, μα ο υπεύθυνος δήλωσε ότι δεν είχε επιπλέον χρήματα, αν όμως ήθελα, θα μου μάθαινε ελληνικά και πώς να γίνω άνθρωπος: “Να θρώσκετε προς τα άνω”. Αυτό με σημάδεψε. Τηλεφώνησα στους γονείς μου και μου έδωσαν την ευχή τους. 

Γεράκι στις κορυφές του Ταυγέτου
Εργαζόμουν και συγχρόνως κοντά τους μάθαινα ελληνικά και γερμανικά. Μυήθηκα στην Ορθοδοξία με ελευθερία που τη διοχέτευα στην καρδιά μου. Η συντροφιά αυτή αποτελούνταν από Θεολόγους και αρχαιολόγους. Πέρασαν χρόνια, ζυμώθηκαν τα πράγματα με συζητήσεις. Μάθαινα. Διδάχτηκα βυζαντινή μουσική.

Κάποτε αποφάσισαν να προσκυνήσουν στο Άγ. Όρος. Παρακάλεσα να πάω μαζί τους. Ήταν μεγάλη εβδομάδα. Η ομορφιά μού αποκαλύφθηκε όταν πήρα το καράβι για τη Δάφνη: οι λευκοί γλάροι, ο γαλάζιος ουρανός, το μπλε της θάλασσας μου θύμισε το στίχο του Ελύτη για το μπλε που ξόδεψε ο Θεός ώστε να μην τον βλέπουμε. Αισθάνθηκα την ομορφιά των κυπαρισσιών, τα χρώματα, τις ευωδιές. Όπως ανεβαίναμε φανταζόμουν πως τις νύχτες έβγαινε από την εικόνα το Άξιον εστί η Παναγία και πήγαινε να φροντίσει τους αδύναμους και μετά ξανάμπαινε στην εικόνα.

Μείναμε σ’ ένα Σιμωνοπετρίτικο κελί. Ήταν Μεγ. Πέμπτη. Εγώ θαύμαζα από το παράθυρο μια κερασιά, κι έβλεπα τους μοναχούς να πηγαινοέρχονται. Τότε ο γέροντας με πλησίασε και μου είπε ότι έφτασε η κατάλληλη ώρα να βαπτισθώ αν η ψυχή μου το ήθελε. Σαν τώρα θυμάμαι έφυγα από το κελί και κρυφά έκλαψα. Ήθελα να είχα κοντά τους γονείς μου, αλλά οι γονείς μου ήταν τα γεροντάκια του κελιού και οι φίλοι που με είχαν φέρει. Σε μια ώρα όλα ήταν έτοιμα. Έφεραν μια μεγάλη κολυμβήθρα από διπλανή μονή γιατί ήμουν 1.90.

Ωστόσο ενώ η κολυμβήθρα ήταν μικρή, ένιωθα σα να έμπαινα στον Ιορδάνη. Όλοι είχαμε αγωνία πως θα λουζόμουν από το δάχτυλο του ποδιού μέχρι την κεφαλή στο αγιασμένο νερό. Ο γέροντας με βύθισε με δύναμη καιέγινα σαν έμβρυο. Συγκίνηση ευλογημένη όταν αναδύθηκα την τρίτη φορά και είδα τα πρόσωπα των μοναχών φωτισμένα σαν αστέρια στον ουρανό. 

Στην επιστροφή ο πρεσβύτερος της συντροφιάς μού λέει: “παιδί μου καλό ήταν θέλημα Θεού που ήρθε η βάπτισή σου τώρα. Εμείς θέλουμε να μονάσουμε σ’ ένα ησυχαστήριο”.

 Το Βάπτισμα του Αλεξάνδρου στο Σιμωνοπετρίτικο κελί σε ηλικία 29 ετών
Η ευλογία του Αγ. Όρους και το βάπτισμα, μου δημιούργησαν την επιθυμία να ανιχνεύσω το κίνητρο και τα ερεθίσματα και να πω: “Ναι θα έρθω κι εγώ μαζί σας στον μοναχισμό”.

Θέλω, αδελφή μου, να πάω πίσω όταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα και δούλευα καίγοντας τις κλάρες από τις ελιές, στους πρόποδες του Ταϋγέτου. Μ’ ένα τρόπο μοναδικό και θαυματουργικό, ενώ ψάχναμε σε όλα τα μέρη για έναν τόπο ησυχαστικό, όχι με την έννοια μακριά από τον κόσμο, αλλά κάπως απόμερα, έτσι ώστε κάπως να ησυχάζει η ψυχή και να μπορούμε να εργαζόμαστε τη φύση, μας είπε ένα ζευγάρι, “αν θέλετε ένα κτήμα που είναι έξω από το χωριό και βλέπει τον Ταΰγετο, το πουλάνε”. Ήταν το κτήμα του ανθρώπου, που είχε κοιμηθεί πια, στον οποίο είχα πάει για πρώτη φορά να δουλέψω και μάλιστα σε αυτό το κτήμα που αναφέρθηκα πριν. Βέβαια ο τόπος ήταν όλος πέτρες, βράχια κλπ. Λέω, εδώ σε αυτό τον τόπο, ας είναι όπως είναι, μετά από αυτό το θαύμα, θα καλλιεργήσω αυτή τη γη και ταυτόχρονα την ψυχή μου. Μετέφερα λοιπόν στους υπόλοιπους αδελφούς αυτή την εμπειρία. Την επόμενη μέρα ανεβαίνουμε στο κτήμα και η ομορφιά της φύσης και της θέας του Ταϋγέτου έκανε και τον γέροντα να δακρύσει. Είπε λοιπόν ότι αν συμφωνούμε όλοι -πάντα μας καλλιεργούσε μέσα μας την ελευθερία, ακόμα και στην υπακοή που γινόταν από σεβασμό και όχι από φόβο- θα πάρουμε αυτό το κτήμα. 

Με αποξηραμένα άνθη, από τον Ταΰγετο, ο μοναχός Αλέξιος στο διακόνημα του, μπροστά στον νεοσύστατο ναό του Αγ. Πορφυρίου
Με τα λουλούδια του βουνού, διακόνησα στην ανθοδετική τέχνη, έμαθα να δημιουργώ συνθέσεις με ελάχιστα πράγματα, και απ’ αυτό καλλιεργήθηκε στο νου μου να μην είναι τίποτα βιομηχανοποιημένο, αλλά όλα χειροποίητα. Αν έρθει μια γιαγιά στο μοναστήρι κι έχω φτιάξει ένα σταυρουδάκι από τα αποξηραμένα και της το προσφέρω, η γιαγιά θα αισθανθεί τόσο ευλογημένη, τόση χαρά, που μου το ανταποδίδει με το χαμόγελό της.

Η προετοιμασία της κουράς μου ήταν ένα συγκλονιστικό γεγονός. Όταν ο γέροντας μου είπε ότι είναι η κατάλληλη ώρα να το ανακοινώσω στους γονείς μου που ήταν εκεί, της μητέρας μου μπορώ να πω ράγισε λίγο η καρδιά της. Γιατί ήμουν το μικρότερο παιδί και φανταζόταν και για μένα τις χαρές ενός γάμου. Ωστόσο, δεν δείλιασα και δεν άρχισα να εξηγώ και να προσπαθώ να την πείσω. Της είπα “μητέρα μου, δεν χαλαλίζεις ένα παιδί; Έχεις επτά παιδιά, έχεις τόσα εγγόνια… Δε χαλαλίζεις λοιπόν ένα παιδί να υπηρετήσει τον Χριστό και να υπηρετήσει κι εσάς, με τις προσευχές και την ευλογημένη καλογερική ζωή;”. Με αγκάλιασε δακρυσμένη και μου είπε “παιδί μου ξέρω ότι βρίσκεσαι σε καλά χέρια. Ό,τι η ψυχή σου επιθυμεί”. Παραπέρα ήταν ο πατέρας. Η μητέρα μου μου είπε να μην πω πολλά κι ότι θα μεσιτέψει η ίδια στον πατέρα. Όπως η Παναγία μεσίτευσε, έτσι κι εκείνη. Με αγκάλιασαν κι από κει ξεκίνησε ένας πνευματικός αγώνας σε προσωπικό επίπεδο, με πολλή ευτυχία. Γιατί δεν είναι λίγο να σου δώσουν την ευχή οι γονείς»

Ο μοναχός Αλέξιος μας άνοιξε την καρδιά του και αναφέρθηκε στην ημέρα της κουράς του, οπόταν του δώθηκε το όνομα του αγίου Αλεξίου, σ’ ένα ησυχαστήριο στη Βοιωτία. Αλβανός στη καταγωγή, ξένος όπως ο Χριστός, αλλά όχι μόνος, κλήθηκε μετά την τελετή της κουράς από τον τότε τοπικό μητροπολίτη να τραγουδήσει στα αλβανικά ένα τραγούδι του τόπου του, που πολλοί αρβανίτες της περιοχής άκουσαν κι ευφράνθηκαν.

Αναρωτιέται κανείς αν αυτό ήταν το “Ευτυχισμένο τέλος” μιας απόφασης να αφήσει κάποιος τα εγκόσμια;

Στο ερώτημά μας πώς περνά η ζωή, όταν καλείται ο μοναχός να ζήσει πρακτικά το βάρος της καθημερινότητας, τα βάσανα, τις ακυρώσεις, ο πατήρ Αλέξιος θα απαντήσει από την εμπειρία του:

«Με έμαθε ο γέροντας, να ζω στο νυν. Το νυν της θείας λειτουργίας, σε κάθε στιγμή της ζωής. Στο νυν της προσφοράς σ’ ένα συνάνθρωπο, με ένα λουλούδι, με την προσφορά ενός καφέ που τον κάνεις με αγάπη και όχι βαριεστημένα… Αυτό το νυν είναι πολύ σημαντικό και όλοι οι χριστιανοί πρέπει να το ζούμε και να το σκορπίζουμε στην οικουμένη.»

Κατά τη διάρκεια της γνωριμίας μας με τη συνοδεία του ησυχαστηρίου ήρθε στη μνήμη ο στάρετς Ζωσιμάς που συμβουλεύει τους μοναχούς του, στο έργο “αδελφοί Καραμαζώφ”, πριν πεθάνει 

«…Ν’ αγαπάτε τον κοσμάκη του Θεού. Δεν είμαστε αγιότεροι εμείς απ’ αυτούς που ζουν μέσα στον κοσμάκη επειδή ήρθαμε εδώ πέρα και κλειστήκαμε σε τούτους τους τοίχους…» 
Αποχαιρετισμός "Στην ευχή του Θεού"
Καταστάλαξε μέσα μας η ίδια αίσθηση ότι ο μοναχός Αλέξιος και οι αδελφοί του που προσεύχονται στους πρόποδες του Ταΰγετου, σαν ήρωες ενός βιβλίου της ζωής δεν νιώθουν αγιότεροι από άλλους στον κόσμο, αλλά κάνουν τον κόσμο δικό τους και τον αγαπούν με τον τρόπο που προτείνει ο Στάρετς Ζωσιμάς, ο Άγ. Πορφύριος κι ο Θεός. 
Σοφία Χατζή
δημοσιεύθηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ 

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018

π. Ιωνάς Μούρτος


AΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ «ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ» ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2020 ΚΑΙ 2021.

blog counter Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί «ο Χριστός είη εν τω μέσω ημών». Ευχαριστηριακές δοξολογίες οφείλουμε στον «ενανθρωπήσαντα» Θεό μας...